Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τζώρτζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τζώρτζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: [Οι δύο αντίθετες βιβλιοθήκες]



Η βιβλιοθήκη προστατεύει από την έξωθεν εχθρότητα, φιλτράρει τους θορύβους του κόσμου, μετριάζει το κρύο που βασιλεύει στην ατμόσφαιρα […] αντιπροσωπεύει τη συμπύκνωση του χρόνου και του χώρου. Αθροίζει στα ράφια της όλα τα γεωλογικά στρώματα του παρελθόντος
Ζακ Μπονέ, Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα [μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα]

Παρατηρούσε συχνά-πυκνά ο Νίκος Καρούζος ότι ο Βούδας δεν είχε βιβλιοθήκη. Ούτε ο Ιησούς, συμπλήρωνε. Και κάμποσοι άλλοι μεγάλοι ιερουργοί, στοχαστές, μύστες. Ωραία παρατήρηση. Απ’ την άλλη, λατρεύαμε τον Μπόρχες και την υλική βιβλιομανία, τα γεμάτα με τόμους ράφια και τα πατάρια που φιλοξενούν χαρτί και δέρμα, λέξεις και σημεία στίξεως.
Έτυχε να γνωρίσω και να συναναστραφώ δύο θαυμάσιους ρέκτες/παίκτες της Ποιήσεως, δύο πλούσιες, πληθωρικές προσωπικότητες, δύο βιβλιομανείς που ο ένας είχε τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη που έχω δει στη ζωή μου και ο άλλος τη μικρότερη. Στην κατοικία του ενός τα βιβλία υπήρχαν παντού, στο λεγόμενο καθιστικό, στο γραφείο του, στην κουζίνα, στο αποθηκάκι, στην τουαλέτα. Παντού. Ένα από τα κρεβάτια του ήταν καμωμένο από βιβλία, ένα παραλληλεπίπεδο χαρτομάνι, βιβλία στοιχισμένα και στοιβαγμένα, κι απάνω ένα στρώμα.
Είχαμε πάει στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, παρέα με τον ποιητή και φίλο Γιάννη Τζώρτζη. Αμφότεροι είχαμε διαβάσει γι’ αυτόν, είχαμε μάθει κάποια πράγματα για τις ποικίλες ιδιότητές του, τον είχαμε δει σε μια φωτογραφία που συγκαταλέγεται στις πιο περιλάλητες αποτυπώσεις της Μπητ Γενιάς, ξέραμε ότι είχε συνυπάρξει στα αμφιθέατρα του Χάρβαρντ με τον Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, ότι είχε παίξει, ως δευτεραγωνιστής και τριταγωνιστής, αλλά πάντα σημαίνων, σε μυθιστορήματα του Τζακ Κέρουακ, στο θρυλικό Στο Δρόμο, στους Υποχθόνιους, και άλλα. Αδημονούσαμε να τον γνωρίσουμε – «εψόφαγα να τον γνωρίσω», όπως είχε πει σε μια ανάλογη περίσταση ο Ανδρέας Εμπειρίκος.
Αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο Γιάννης είχε πληροφορηθεί στο δυτικογερμανικό Βερολίνο από τον Αμερικανοεβραίο Άλεν Γκίνσμπεργκ ότι ο Αμερικανοϊρλανδός Άλαν Άνσεν ζει στην ελληνική Αθήνα. Ο Γκίνσμπεργκ, με την πασίγνωστη προθυμία του και τη διάθεσή του να κάνει ανθρώπους να συναντιούνται, έδωσε το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Άνσεν στον Τζώρτζη. Ο Τζώρτζης ήξερε ότι ήμουν ο μόνος Έλληνας εκείνη την εποχή που γνώριζε πολλά για τον Άνσεν , κι έτσι με πήρε και πήγαμε να τον βρούμε.
Κάπου, σε κάποια σελίδα του Στο Δρόμο, ο Κέρουακ μας πληροφορεί ότι ο Ρόλο Γκρεμπ (με αυτό το όνομα εμφανίζεται στο μυθιστόρημα ο Άλαν Άνσεν) είναι ο κάτοχος της μεγαλύτερης ιδιωτικής βιβλιοθήκης στην Αμερική. Ο Άνσεν έχει μεταφέρει μέρος της βιβλιοθήκης του εδώ. Ένα διαμέρισμα-βιβλιοθήκη. Βιβλία όλων των ειδών. Δεκάδες εκδόσεις των έργων του Σαίξπηρ. Άλλωστε ο Άνσεν έχει εκπονήσει διατριβή για το πολύπτυχο μεγαλείο του Βάρδου. Όλοι οι Έλληνες κλασικοί, οι τραγωδοί μας, ο Ηράκλειτος, τα πάντα. Όλος ο Ντοστογιέφσκι και κάμποσα εγχειρίδια στρατιωτικής ιστορίας. Πολλή ποίηση, φυσικά. Ο Άνσεν είχε διατελέσει γραμματέας του ποιητή W. H . Auden – επιμελήθηκε, μετέπειτα, την Αλληλογραφία του νομπελίστα ποιητή. Αστυνομικά μυθιστορήματα σε αφθονία, αλλά ακόμα πιο πολλά κατασκοπευτικά, πολύς Τζον Λε Καρέ αλλά και ο τότε άγνωστος (και τώρα;) Francis Ryck. Ο Κάφκα παρών, και πιο κει ο Ουίλιαμ Γκάντις επίσης παρών. Τότε δεν είχε εμφανιστεί ούτε ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ούτε ο Τζόναθαν Φράνζεν, και ο Πολ Βεράχεν, αλλιώς πάω στοίχημα θα ήσαν και αυτοί περίοπτα παρόντες. Τα βλέμματά μας κινούνται ακατάπαυστα σαν μπίλιες σε τρελαμένο φλιπεράκι. Καταπίνουν ράχες βιβλίων, ονόματα συγγραφέων, τίτλους, μυθιστορημάτων, τα πάντα – στα είκοσι κάτι σου θέλεις να διαβάσεις τα πάντα, μάλλον θα ήθελες να έχεις διαβάσει τα πάντα.
Ο Άλαν σας προσφέρει ουίσκι, σε νεροπότηρο μεγάλου μεγέθους, ξέχειλο, πάει το μισό μπουκάλι με τη μία. Δεν έχουμε ξαναδεί τέτοιο σερβίρισμα. Το αλκοόλ λύνει τη γλώσσα, στέλνει από κει που ήρθε την όποια συστολή, και σε λίγο βομβαρδίζουμε τον οικοδεσπότη μας με απανωτές, καταιγιστικές ερωτήσεις για τα πάντα και τους πάντες, κυρίως για τους, ζώντες τότε, Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Πολ Μπόουλς, στα μέρη του οποίου έχει τραβηχτεί η περίφημη φωτογραφία της Μπητ Γενιάς, και για τον λατρεμένο Κέρουακ, μακαρίτη ήδη από το 1969.
Πίνακες του Γκρέγκορι Κόρσο – ιδίως ένα τρίπτυχο με μορφές μελανειμονούσες, βγαλμένες από ελληνικά χρονικά έγκατα, δεσπόζουν πάνω από τα βιβλία του Άλαν. Ο Κόρσο έχει γράψει μερικούς συναρπαστικούς στίχους για την Ελλάδα, για την Αθήνα, για τον Παρθενώνα. Το ίδιο και ο Γκίνσμπεργκ, ας υπενθυμίσω.
Ο Άλαν απαντάει με τρόπο λίαν ευπροσήγορο, ενίοτε ειρωνικό, αν και η ειρωνεία δεν ακούγεται στις λέξεις, στη φωνή του, αλλά μονάχα λάμπει ενίοτε στα αεικίνητα και απίστευτα εκφραστικά μάτια του.
Κάποια στιγμή, έχοντας μάλλον απαυδήσει από την έμμονη επιμονή και από την επίμονη εμμονή μας, ξεσπάει, γελώντας γέλιο ομηρικό. Όταν του περνάει το γέλιο, λέει με τη δυνατή οξύηχη φωνή του, «Μα έχετε τους πάντες εδώ, έχετε τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, τι σας νοιάζει το βρακί του Κέρουακ;» Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε, πιάνει και από στήθους αραδιάζει με προφορά ητακιστική καναδυό ραψωδίες της Ιλιάδας.
Λίγο καιρό μετά, πήγα στου Καρούζου. Στη Σούτσου, στην Πλατεία Μαβίλη. Ήταν το νεγκατίφ, το αρνητικό όντως, της κατοικίας/βιβλιοθήκης του Άνσεν. Πρέπει να υπήρχαν το πολύ δέκα βιβλία, όλα κι όλα, στο κονάκι, στο υπόγειο υπερώο όπως το έγραψε, το έλαμψε, ο ίδιος ο Νίκος. Μάλιστα, τοποθετημένα έτσι που να μην μπορείς να αντιληφθείς περί τίνος πρόκειται. Οι ράχες δεν φαίνονταν, τα βιβλία δεν έμαθα ποτέ ποια ήσαν. (Αργότερα, πλούτισα την σχεδόν ανύπαρκτη βιβλιοθήκη του Νίκου με έναν δεμένο Φάουστ στα γερμανικά που του δώρισα ένα βράδυ). Διέκρινα ένα τεύχος του περιοδικού Πάνθεον – πώς διάολο να βρέθηκε εκεί; και γιατί; Ερωτήματα που έμειναν αμφότερα αναπάντητα. Πάντως, και όπως ξέρουν πολύ καλά όλοι όσοι τον γνώρισαν από κοντά, ο Καρούζος είχε όλα τα βιβλία του κόσμου μες στο μυαλό του, είχε κατορθώσει με την τεράστια μνήμη του να καταστήσει τον νου του μια πάντα έτοιμη να χρησιμοποιηθεί βιβλιοθήκη – ο Καρούζος εφοδίαζε από τότε τις αποθήκες του ουρανού με τα μαλάματα της ποίησης και του στοχασμού.
Οι δύο αντίθετες βιβλιοθήκες, του Άλαν και του Νίκου. Η πιο γεμάτη και η πιο άδεια. Πλούσιες και οι δύο.
Ο Άλαν Άνσεν, γεννημένος στην Αμερική στις 23 Ιανουαρίου του 1922, άφησε, εδώ στην Αθήνα, την τελευταία του πνοή, στις 12 Νοεμβρίου του 2006, έχοντας ζήσει πάνω από σαράντα χρόνια στην Ελλάδα.
Ο Νίκος Καρούζος είναι η Ελλάδα.


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Γιατί να διαβάζουμε τον Κέρουακ;




Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του.

Κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πάνω απ’ όλα

ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.


Ανήμερα του Τζακ, 21/10/2009

Γιάννης Τζώρτζης: [Απ' το τυφλό σκοτάδι του οράματος]




Απ' το τυφλό σκοτάδι του οράματος υποβρυχώμαι το θάνατο:
είναι μήνας Ιούλιος και το χιόνι της Ιρλανδίας μια
επώδυνη ανάμνηση. Ο ήλιος σπαράζει τα ονόματα, ο άνεμος
τη σιωπή των πεδιάδων και των ήσυχων λόφων. Κι
έρχεται πάλι η ώρα να κατέβουμε στη θάλασσα. Εδώ δεν
υπάρχει ζωντανό πλάσμα να τολμήσει το λόγο. Μα ούτε
κι ο λόγος ανοίγει το τρομαγμένο του κεφάλι του εδώ. Μόνο
κοιτάζοντας τα ψηλωμένα σύννεφα ανεβαίνει ο σκοτεινός
βυθός και σε τραβάει. Μαζί του χορεύουν ως το θάνατο
τα φονικά ταράγματα του ύπνου. Τώρα ο βυθός κανοναρχεί
και λάμπει. Ο χρόνος πλέον δεν είναι τίποτα,
τον υποτάσσει ανοίγοντας το στήθος.

Όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή.