Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Edgar Allan Poe: The Raven (Το Κοράκι) 1845 - 2015


Το «Κοράκι» του Edgar Allan Poe πρωτοδημοσιεύτηκε στις 29/1/1845. Σήμερα κλείνει 170 χρόνια, συνεχίζοντας να θέλγει το αναγνωστικό κοινό.


Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
    While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“’Tis some visitor,” I muttered, “tapping at my chamber door—
            Only this and nothing more.”

    Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
    Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
    From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
            Nameless here for evermore.

    And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
    So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
    “’Tis some visitor entreating entrance at my chamber door—
Some late visitor entreating entrance at my chamber door;—
            This it is and nothing more.”

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Maya Angelou: I know why the caged bird sings (Ξέρω γιατί το φυλακισμένο πουλί τραγουδά)



The free bird leaps
on the back of the wind
and floats downstream
till the current ends
and dips his wings
in the orange sun rays
and dares to claim the sky.

But a bird that stalks
down his narrow cage
can seldom see through
his bars of rage
his wings are clipped and
his feet are tied
so he opens his throat to sing.

The caged bird sings
with fearful trill
of the things unknown
but longed for still
and his tune is heard
on the distant hill
for the caged bird
sings of freedom

The free bird thinks of another breeze
and the trade winds soft through the sighing trees
and the fat worms waiting on a dawn-bright lawn
and he names the sky his own.

But a caged bird stands on the grave of dreams
his shadow shouts on a nightmare scream
his wings are clipped and his feet are tied
so he opens his throat to sing

The caged bird sings
with a fearful trill
of things unknown
but longed for still
and his tune is heard
on the distant hill
for the caged bird
sings of freedom.


***


Το λεύτερο πουλί χοροπηδάει
στη ράχη του ανέμου,
πλέει στην κατηφοριά,
ώσπου ο καιρός να περάσει,
ξεδιπλώνει τα φτερά του
στις πορτοκαλιές ηλιαχτίδες
και τολμά  τα πέρατα των ουρανών να διεκδικήσει

Μα το πουλί που δρασκελάει
την κατηφοριά του στενού κλουβιού του,
σπανίως βλέπει
μες απ' τα κάγκελα της λύσσας·
τα φτερά του είναι κομμένα
και τα πόδια του δεμένα·
έτσι, το ράμφος ορθανοίγει για να τραγουδήσει

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με φοβισμένο και τρεμουλιαστό κελάηδισμα
για τ' άγνωστα πράματα
που ακόμα αποζητά
κι η μελωδία του ακούγεται
ως και στο μακρυσμένο λόφο,
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για λευτεριά

Το λεύτερο πουλί συλλογιέται τ' άλλο αεράκι,
τους άλλους ανέμους που σιγοψιθυρίζουνε στις φυλλωσιές των δέντρων,
τα χοντρά σκουλήκια που καρτερούν στο ολόφωτο απ' της αυγής το φως γρασίδι
και θέλει όλο τον ουρανό για δικό του

Μα το φυλακισμένο πουλί στέκει εκεί, στον τάφο των ονείρων
Η σκιά του φωνάζει με μιαν εφιαλτική κραυγή,
τα φτερά του είναι κομμένα και τα πόδια του δεμένα,
οπότε το ράμφος ορθανοίγει για να τραγουδήσει

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με φοβισμένο και τρεμουλιαστό κελάηδισμα
για τ' άγνωστα πράματα


που ακόμα αποζητά
κι η μελωδία του ακούγεται
ως και στο μακρυσμένο λόφο,
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για λευτεριά


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Michelangelo: O notte, o dolce tempo, benché nero (Ω νύχτα, ω εσύ γλυκιά, καλή μας ώρα, αν και αμαυρή)



O NOTTE, O DOLCE TEMPO BENCHÉ NERO

O notte, o dolce tempo, benché nero,
con pace ogn’ opra sempr’ al fin assalta;
ben vede e ben intende chi t’esalta,
e chi t’onor’ ha l’intelletto intero.

Tu mozzi e tronchi ogni stanco pensiero;
ché l’umid’ ombra ogni quiet’ appalta,
e dall’infima parte alla più alta
in sogno spesso porti, ov’ire spero.

O ombra del morir, per cui si ferma
ogni miseria a l’alma, al cor nemica,
ultimo delli afflitti e buon rimedio;

tu rendi sana nostra carn’ inferma,
rasciughi i pianti e posi ogni fatica,
e furi a chi ben vive ogn’ira e tedio.


***


Ω ΝΥΧΤΑ, Ω ΕΣΥ ΓΛΥΚΙΑ, ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΩΡΑ, ΑΝ ΚΑΙ ΑΜΑΥΡΗ

Ω νύχτα, ω εσύ γλυκιά, καλή μας ώρα, αν και αμαυρή,
στο τέλος της ημέρας τα έργα εμψυχείς με ειρήνη!
Αυτός που σε ανυμνεί καλώς ποιεί που σε διακρίνει·
κι αυτός που σε τιμά έχει νου γενναίο και υγιή.

Τις κουρασμένες σκέψεις ακυρώνεις στη στιγμή
ξαπλώνοντάς τες σε ίσκιους τρίσβαθους μες στη γαλήνη·
με των ονείρων τα φτερά με κουβαλάς στη δίνη
επάνω των υψών που η διάνοιά μου επιποθεί.

Ω εσύ ίσκιε του θανάτου, μες στη νυχτιά ημερεύεις
τις δυστυχίες που οι άνθρωποι απιθώνουν στην καρδιά τους –
το φάρμακο είσαι το ύστατο, των μόχθων η ωραία λήξη.

Συ το άρρωστο σαρκίο μας… μονάχα εσύ γιατρεύεις·
τα δάκρυά μας μάς στεγνώνεις· αίρεις τους καμάτους·
κι απ’ όσους ζουν καλά αφαιρείς την πάσα οργή ή και πλήξη.


Απόδοση στα ελληνικά:
Γιώργος Κεντρωτής.



Εξαιρετική ανάλυση του Γιώργου Κεντρωτή για το σολωμικό «εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο»





ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: ΕΙΣ ΕΙΔΟΣ ΜΙΧΤΟ, ΑΛΛΑ ΝΟΜΙΜΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ ΕΙΣ ΕΙΔΟΣ ΜΙΧΤΟ, ΑΛΛΑ ΝΟΜΙΜΟ Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισε την εις τόσου...

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Παλικαράκι που 'λιωσα



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Δίσκος 45 στροφών (1964)




Παλικαράκι, που λιωσα
στο συναπάντημά σου,
να 'ταν και να 'πιανε η ευχή,
να διάβαζε η καρδιά σου
στ' αχείλι μου τ' αφίλητο
κάθε καημό μου αμίλητο!

Να 'ταν κοντά σου νά 'ρχομουν,
δούλα με θες, κυρά σου,
να σου τοιμάζω το ψωμί,
που πας για τη δουλειά σου
και να ρωτώ την έννοια σου
στα μάτια τα μελένια σου!

Να καρτερώ στην πόρτα μας,
βραδιές και μεσημέρια,
για μια δροσιά στο στόμα σου,
στα κουρασμένα χέρια
Πώς θα κρυφοκαμάρωνα
και θα σε γλυκομάλωνα!

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Αν είσαι φίλος με καρδιά



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
1η εκτέλεση: Στράτος Διονυσίου
Δίσκος: Μαζί με τον Στράτο (1970)




Αν είσαι φίλος με καρδιά
ρίξε την πρώτη μπαταριά,
ρίξε το πρώτο βόλι,
να γίνω στάχτη και βοή,
να ξεμπερδέψω απ’ τη ζωή,
που με προδώσαν όλοι

Σ’ όλο τον κόσμο να το πεις,
στην μάνα μου να μην το πεις,
γιατί με καρτεράει·
ποτίζει τα βασιλικά,
ζυμώνει δίπλες και γλυκά
και ψιλοτραγουδάει

Κι αν σε ρωτήσει πού 'ναι ο γιος,
που ήταν όλο της το βιος,
πες της πως πάει στα ξένα,
να φέρει άστρα και πουλιά
και για τα άσπρα της μαλλιά
μια ασημένια χτένα

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Δημήτριος Βικέλας: Λουκής Λάρας



Κεφάλαιο Α'

Κατά τας αρχάς του έτους 1821 ευρισκόμην εις Σμύρνην. Ήμην τότε εικοσαετής σχεδόν. Προ επτά ήδη ετών ο διδάσκαλος μου, ο Παππά Φλούτης, θεός συγχωρέσοι τον, είχε βεβαιώσει τον πατέρα μου, ότι έμαθα πλέον όσα γράμματα αρκούν εις άνθρωπον μέλλοντα να μετέλθη το εμπόριον· ο δε πατήρ μου είτε πεισθείς υπό των λόγων του αγαθού ιεροδιδασκάλου, είτε θεωρών το σχολείον του πρακτικού βίου ως ωφελιμώτερον δι' εμέ, δεν ενέκρινε να με αφήση εις Χίον προς εξακολούθησιν των σπουδών μου, αλλά μ' επήρεν έκτοτε εις Σμύρνην, παραλαβών με κατ' αρχάς μεν ως μαθητευόμενον, μετ' ου πολύ δε ως εταίρον εις το εμπορικόν του κατάστημα.

Νίκος Κούνδουρος: Μαγική Πόλη






Η ζωή και το έργο του Κ.Π. Καβάφη



Ugo Betti: Η Ανταπόκριση



Δημήτρης Ψαθάς: Ένας Βλάκας Και Μισός




Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός (1943-2015)



40.
Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό.
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο.
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν
φωτιά. Όλα τ' άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα.
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και
την τριγωνομετρία.


Wystan Hugh Auden: September 1, 1939 (1η Σεπτέμβρη 1939) - απόσπασμα



[...]

Exiled Thucydides knew
All that a speech can say
About Democracy,
And what dictators do,
The elderly rubbish they talk
To an apathetic grave;
Analysed all in his book,
The enlightenment driven away,
The habit-forming pain,
Mismanagement and grief:
We must suffer them all again.

[...]


***


[...]

Ο εξόριστος Θουκυδίδης ήξερε
για όλα εκείνα που στο "λόγο" αναφέρονται:
τη Δημοκρατία,
τα καμώματα των τυράννων,
τις σκουριασμένες τρίχες που αναμασούν
μπροστά σε απαθείς, ασυγκίνητους τάφους
Όλα τα αναλύει στο βιβλίο του:
τον διαφωτισμό τον ξαστοχισμένο,
τον δημιουργούντα έθη πόνο,
την κακοδιαχείριση, το θρήνο -
και πρέπει τώρα όλα τούτα εμείς να τα υποφέρουμε ξανά

[...]


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Η κριτική του Ίωνα Δραγούμη στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά




Πρόλογος του Δ.Π. Ταγκόπουλου:
Δημοσιεύτηκε στον αριθ. 245 του «Νουμά» (29 του Απρίλη 1907) με την υπογραφή ΙΩΝ και με την ακόλουθο σημείωση: «Το κριτικώτατο αυτό γράμμα στάλθηκε στον ποιητή Παλαμά από κάποιο φίλο σημαντικό, που μας έδωσε την άδεια και το δημοσιεύουμε».


Φίλε ποιητή,
ΠΩΣ μπορώ να κρίνω ένα τέτοιο ποίημα; Δε θα σας πω τη γνώμη μου, μα μερικά μου συναισθήματα, σαν το διάβαζα. Πριν να μου το στείλετε σεις, το είχα πάρει και το διάβαζα ανάκατα. Ύστερα το ξαναδιάβαζα πάλι έτσι. Και τώρα το πήρα από την αρχή. Σαν όλα τα αληθινά και βαθειά έργα τέχνης, το πρώτο κοίταγμα δεν αρκεί· όσο περισσότερο το κοιτάζω, τόσο μ' αρέσει περισσότερο, και τόσο βρίσκω περισσότερους θησαυρούς μέσα του. Γιατί είναι πλούσιο, πάρα πολύ πλούσιο, το ποίημά σας, ― όπως άλλως τε και όλα τα ποιήματά σας. Είσθε δημιουργός δηλαδή φιλόσοφος, δηλαδή ποιητής. Η επική διήγηση του ποιήματος μόλις διακρίνεται, γιατί η λυρική μουσική τη σκεπάζει, την πνίγει, κάποτε. Ο Γύφτος είναι σα μια πρόφαση, για να πήτε πιο ξάστερα και πιο ελεύθερα εκείνο που στοχάζεσθε. Αλλά τι καλά διαλεγμένη που είναι η πρόφαση αυτή. Και σ ε ι ς βέβαια δεν τον ε δ ι α λ έ ξ α τ ε το Γύφτο, αλλά τονέ ν ο ι ώ σ α τ ε κατάβαθα, και μόνος απ' όλα τα άλλα έθνη σάς συντάραξε και σας μίλησε στην ψυχή. Κι από μέσα από τους Γύφτους εφτειάσατε, εντείνοντας, δυναμώνοντας κάθε Γύφτικια χορδή, εφτειάσατε ένα Γύφτο ξεχωριστό, μεγαλήτερο, ωραιότερο, δυνατώτερο ― και στο στόμα του βάλατε την ελληνική, τη νεοελληνική, τη βαθύτατη ψυχή σας. Βάλατε την ψυχή τη νεοελληνική, που βαρέθηκε στους περασμένους πολιτισμούς, επειδή είδε διάφανα πως πέθαναν και πάνε, κ' επειδή έχει κάτι μέσα της, έχει κάτι καινούρια να δημιουργήσει, ― γιατί η ψυχή αυτή κουράστηκε μονάχα από τη θύμηση των περασμένων, αλλά δεν κουράστηκε από τη δημιουργία των ερχόμενων. Όταν ήμουν στη Βενετία, μ' έπιασε μια λαχτάρα τρομερή ναν την έβλεπα να βούλιαζε, μαζί με τα παλάτια της και μ' όλες τις θύμησες, και μ' όλη την ιστορία της, και μου ήρθε έπειτα ένας πόθος, κάτι να γεννήσω καινούριο κι όμορφο, όσο άσκοπο κι αν φαίνονταν. Κ' είναι, βέβαια, όλα άσκοπα στη ζωή αυτή, αλλά η δημιουργική δύναμη δεν της μέλει, και όλο γκρεμίζει και ξαναφτειάνει τα ίδια και τα ίδια. Μ' αρέσει η αίσθηση που δίνει το ποίημά σας, πως όλα αιώνια περνούν και όλα αιώνια ξαναγυρνούν αλλαγμένα. Το ονομάζω αυτό εγώ, το δράμα του αιώνιου περάσματος, ή το δράμα της αιωνιότητας. Άμα ο άνθρωπος είναι τόσο καθαρόματος ή ανοιχτομάτης, που να έχει, πάντα το δράμα αυτό, ο άνθρωπος αυτός α ξ ί ζ ε ι, γιατί είναι ανώτερος από κάθε του πράξη, και ουδέ χάνεται μένοντας ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ο Οδυσσέας Ελύτης απαγγέλλει: Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού




John Steinbeck: Τα σταφύλια της οργής

Henrik Ibsen: Βρυκόλακες





Dario Fo: Δεν πληρώνω δεν πληρώνω





Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Κ.Π. Καβάφης: Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον



Τ' αρώματα μ' εμπνέουν ως η μουσική,
ως ο ρυθμός, ως οι ωραίοι λόγοι,
και τέρπομαι οπόταν εν αρμονικοίς
στίχοις ο Βωδελαίρος ερμηνεύει
όσα απορούσα η ψυχή και ασαφώς
αισθάνετ' εν αγόνοις συγκινήσεσιν.
«Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.
»Ως παρατεταμμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τ' αρώματα.
»Υπάρχουν ευωδίαι ως το δέρμα των
παιδίων δροσεραί· γλυκείαι ως αυλοί·
πράσιναι ως λειμώνες.
                                          »Άλλαι πλούσιαι
είναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί·
ορμάς του πνεύματος και των αισθήσεων
υμνούσαι· την διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων απεράντων - ως η άμβαρις,
ο μόσχος, και ο στύραξ, και το λίβανον.»
Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.
Των ποιητών το βλέμμα είν' οξύτερον.
Οικείος κήπος είν' η φύσις δι' αυτούς.
Εν παραδείσω σκοτεινώ οι άνθρωποι
οι άλλοι ψηλαφώσι δρόμον χαλεπόν.
Κ' η μόνη λάμψις ήτις κάποτ' ως σπινθήρ
εφήμερος φωτίζει της πορείας των
την νύκτα, είναι σύντομός τις αίσθησις
μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως -
βραχεία νοσταλγία, ρίγος μιας στιγμής,
όνειρον ώρας της ανατολής, χαρά
αναίτιός τις αιφνιδίως ρέουσα
εν τη καρδία κ' αιφνιδίως φεύγουσα.

Δημήτριος Βικέλας: Ὁ παπα-Νάρκισσος



Κεφάλαιον Α´
Παππαδιά μου, εἶπεν ὁ παππα Νάρκισσος, ἀφοῦ ἀπέφαγε καὶ ἔκαμε τὸν σταυρόν του, παππαδιά μου, μοῦ κατεβαίνει ὁ ὕπνος γλυκὰ γλυκά. Μὲ τὴν ἄδειάν σου θὰ τὸν πάρω.

- Νὰ τὸν πάρῃς καὶ νὰ τὸν καλοπάρῃς, παππά μου. Σοῦ ἀξίζει νὰ ἡσυχάσῃς ὕστερα ἀπὸ τόσην κούρασιν σήμερον. Καὶ οὔτε θὰ ἔλθη κανεὶς νὰ σὲ ταράξῃ, μὲ αὐτὸ τὸ ἡλιοπύρι.

Καὶ ἤρχισεν ἡ παππαδιὰ νὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τὴν τράπεζαν εἰς τὸν νεροχύτην τὰ ὀλίγα πινάκια καὶ τὰ δυὸ μαχαιροπήρουνα, διὰ νὰ τὰ καθαρίση, προτοῦ τὰ τοποθετήση εἰς τὴν ἐξέχουσαν ἐπὶ τοῦ τοίχου σανίδα, μεταξὺ τοῦ νεροχύτου καὶ τῆς ἑστίας. Διότι τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο ἦτo συγχρόνως καὶ μαγειρεῖον καὶ ἑστιατόριον καὶ αἴθουσα. Ἡ τράπεζα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔφαγον τὸ λιτὸν γεῦμα των, τέσσαρες ξύλιναι καθέκλαι καὶ εἷς ψάθινος καναπὲς ἦσαν τὰ μόνα ἔπιπλά του. Ὁ καναπὲς ἦτο ἀντίκρυ τῆς ἑστίας. Ἄνωθεν αὐτοῦ ἐκρέματο ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἐντὸς μαύρου ξυλίνου πλαισίου (χωρὶς ὅμως ὕαλον), λιθογραφία, κιτρίνη ἐκ τῆς πολυκαιρίας, παριστῶσα τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως Ὄθωνος εἰς Ναύπλιον. Ἀπέναντι τῆς εἰσόδου, εἰς μὲν τὴν πρὸς τὰ δεξιὰ γωνίαν τοῦ τοίχου ἦτο ἡ θύρα τοῦ κοιτῶνος, εἰς δὲ τὴν πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ ἡ θύρα τοῦ κήπου. Μεταξὺ τῶν δυὸ θυρῶν ἔκειτο κιβώτιον ὀγκῶδες πρασίνου χρώματος, ἐπ᾿ αὐτοῦ δὲ τάπης μικρὸς διπλωμένος εἰς τέσσαρα. Τὸν τοῖχον, ἄνωθεν τοῦ κιβωτίου, ἐστόλιζεν ἑτέρα λιθογραφία, ἄνευ πλαισίου αὕτη, προσηλωμένη ἐπὶ τοῦ τοίχου διὰ τεσσάρων μικρῶν καρφίων, καὶ παριστῶσα, ὄχι πολὺ ἐντέχνως, τὴν ἄποψιν τοῦ ἐν Τήνῳ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας· ἐνθύμημα τοῦτο, προδήλως, εὐλαβοῦς τοῦ οἰκοδεσπότου ἀποδημίας εἰς τὸ προσκυνητήριoν ἐκεῖνο.

Federico García Lorca: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα






Γρηγόριος Ξενόπουλος: Το Φιόρο Του Λεβάντε






Δημήτρης Ψαθάς: Φον Δημητράκης




Νίκος Τσιφόρος: Η πινακοθήκη των ηλιθίων






Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Charles Baudelaire: L’Héautontimorouménos (Ο Αυτοτιμωρούμενος)



Je te frapperai sans colère
Et sans haine, — comme un boucher !
Comme Moïse le rocher,
— Et je ferai de ta paupière,

Pour abreuver mon Saharah,
Jaillir les eaux de la souffrance ;
Mon désir gonflé d’espérance
Sur tes pleurs salés nagera

Comme un vaisseau qui prend le large,
Et dans mon cœur qu’ils soûleront
Tes chers sanglots retentiront
Comme un tambour qui bat la charge !

Ne suis-je pas un faux accord
Dans la divine symphonie,
Grâce à la vorace Ironie
Qui me secoue et qui me mord ?

Elle est dans ma voix, la criarde !
C’est tout mon sang, ce poison noir !
Je suis le sinistre miroir
Où la mégère se regarde.

Je suis la plaie et le couteau !
Je suis le soufflet et la joue !
Je suis les membres et la roue,
Et la victime et le bourreau !

Je suis de mon cœur le vampire,
— Un de ces grands abandonnés
Au rire éternel condamnés,
Et qui ne peuvent plus sourire !


***


Θα σε χτυπώ με δίχως θυμό καθόλου,
με δίχως μίσος - όπως τα κρέατα ο χασάπης,
όπως κάποτε χτύπησε κείνο το βράχο ο Μωυσής -
και θα κάμω το βλέφαρό σου

- για να ποτίζω την απέραντη ξερή Σαχάρα μου -
βρύση που θ' αναβρύζει γάργαρο νερό του παιδεμού
Ο πόθος μου 'ναι καλοφουσκωμένος από την ελπίδα
και στων αρμυρών σου δακρύων την επιφάνεια θα επιπλεύσει,

όπως το καράβι που βγαίνει στ' ανοιχτά,
και στην καρδιά μου μέσα, που θα τηνε μεθύσουν,
τ' αγαπημένα σου αναφιλητά θα ηχήσουν
σαν τύμπανο που σημαίνει την ώρα τη μεγάλη

Δεν είμαι μια παραφωνία σκέτη,
μέσα στη θεία συμφωνία,
της αδηφάγου Ειρωνείας χάριν,
που με ταρακουνάει, με κατατρώει λίγο λίγο;

Είναι στη φωνή μου που στριγκλίζει!
Είναι στο αίμα μου όλο, στο μαύρο φαρμάκι που τρέχει στις φλέβες μου!
Είμαι ο δύστηνος καθρέφτης,
όπου το είδωλο της η μέγαιρα αντικρύζει

Είμαι η πληγή και το μαχαίρι αντάμα!
Είμαι το χαστούκι και το μάγουλο!
Είμαι τα μέλη κι ο τροχός,
το θύμα και ο δήμιος

Είμαι ο βρικόλακας της ίδιας της καρδιάς μου,
ένας από κείνους τους μεγάλους εγκαταλελειμμένους,
τους στο γέλιο το αιώνιο καταδικασμένους,
τους που δεν μπορούνε να γελάσουν τώρα πια


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Γιώργος Ιωάννου: Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή



Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ’ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό του θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.


ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ (1954)


Πηγή

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Κ.Π. Καβάφης: Μια Νύχτα



Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω
ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης —
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.


Πηγή

Γιώργος Ιωάννου: Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι



Τον ξέρετε μήπως τον Ρασκόλνικωφ;
Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι· εγώ
τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

Ίσως τον συναντήσω κι απόψε
στα λευκά σοκάκια μας
να χτυπάει το κουδούνι πάλι
καμιάς ξύλινης πόρτας

«Πώς πάνε τα μαθήματα;» Το μόνο.
Και τίποτε, μα τίποτε,
για το λεπτό μας ζήτημα.



Ντίνος Μαυροειδής: Το ευτυχισμένο πρόσωπο της Λεωνόρας










Αριστοφάνης: Πλούτος



Μένανδρος: Οι επιτρέποντες






Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις και Γιώργος Ζαμπέτας αυτοσχεδιάζουν στο τρίτο πρόγραμμα







Ευριπίδης: Εκάβη




Μιχάλης Κακογιάννης: Ευριπίδου Ηλέκτρα




Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις: Έξι λαϊκές ζωγραφιές



Ευριπίδης: Ιππόλυτος




Κατίνα Παΐζη: Αγάπη (Πόσο πολύ σ' αγάπησα)



Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις
καλέ που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
Απ’ τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.
Τα χέρια μου δεν έδεσα τριγύρω στο λαιμό σου.
Δεν έσταξε απ’ τα μάτια μου το δάκρυ μου θολό.
Κουνούσα το μαντίλι μου αλαφρά στο μισεμό σου
και σιωπηλά σου ευχότανε η ψυχή μου στο καλό.
Δεν είδες το τρεμούλιασμα των κουρασμένων μου ώμων.
Δε μάντεψες τη θύελλα που εκλειούσα στην ψυχή.
Μήτε πως ήμουν σύντροφος των μακρινών σου δρόμων
κι όλη μου η σκέψη ανέκφραστη σ’ άγγιζε προσευχή.
Κι αν ήρθαν μέρες πένθιμες και νύχτες θολωμένες,
που η μοναξιά με τρόμαζε και μου 'παιρνε το νου,
τώρα κρατώ στη θύμηση στιγμές ευτυχισμένες
κάποιου καιρού αλησμόνητου ωραίου κι αληθινού.
Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις,
ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου 'δωσες αξίζουν μια ζωή


***


Το παραπάνω ποίημα της Κατίνας Παΐζη έχει μελοποιηθεί από το Βασίλη Δημητρίου κι ερμηνευθεί απ' το Χρήστο Θηβαίο (Ο μεγάλος θυμός, 1998).

Δημήτρης Λιαντίνης: Λαπάδες και Λουλάδες









Luigi Pirandello: Η ηδονή της τιμιότητος





Απόδοση στα ελληνικά: Μάριος Πλωρίτης

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Irvin Yalom: Όταν έκλαψε ο Νίτσε



Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής: Ο συμβολαιογράφος






Δείτε όλα τα επεισόδια (20) εδώ.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ Κακόμης



Ἀνάμεσα εἰς τοὺς βαστάζους τῆς μικρᾶς παραθαλασσίας πόλεως, τὰ πρωτεῖα εἶχεν ἀξίως ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης. Ὅλοι τὸν ἀνεγνώριζαν ὡς «χαμάλμπασην»*. Ἐσήκωνεν, ὡς ἔλεγον, περὶ τὰς ἑκατὸν πενῆντα ὀκάδας. Ἦτο κυρτὸς ἐκ σωματικῆς κατασκευῆς, κυρτότερος δὲ εἶχε γίνει ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἔκυπτε διὰ νὰ τὸν φορτώσουν, κ᾽ ἔλεγε: «ὅσο νὰ μοῦ φορτώσουν τὸ τσουβάλι μιά· τώρα πάει μοναχό του».
Διηγεῖτο εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους του ὅτι, μεταξὺ ὅλων τῶν φορτηγῶν ζῴων, ἡ καμήλα ἔχει τὸ μέγα χάρισμα νὰ γονατίζῃ ἕως ὅτου τὴν φορτώσουν, ὕστερον, φορτωμένη, νὰ σηκώνεται καὶ νὰ βαδίζῃ.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἄλλο χάρισμα ἔχει ἡ καμήλα· νὰ μένῃ νηστικὴ πολλὰς ἡμέρας κατὰ τὴν πορείαν, δροσιζομένη ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν τηκομένην πιμελὴν τῆς ἰδίας καμπούρας της. Εἶχεν ἰδεῖ πολλὰς καμήλους ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, ἐπειδὴ εἶχε διατρίψει καιρόν τινα εἰς τὴν Αἴγυπτον· καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη εἶχε διατρίψει, ὅπως εἰς τὴν Σμύρνην, τὴν Σαλονίκην, σιμὰ εἰς τοὺς Ἑβραίους καὶ εἰς τὴν Ντούνα πάνω (τὸν Δούναβιν), ὅπως ἔλεγεν. Ἦτο σχεδὸν κοσμογυρισμένος.
Ἤξευρε ξένας γλώσσας. Ὄχι μόνον τουρκικά, ἀλλ᾽ ἀράπικα, βλάχικα, κ᾽ ἑβραίικα. Ἤξευρε «τσίτσι φάτσι; γκίνε»*, καὶ «ἄλτρος κάβος κονταρέμους»* καὶ «γιά τάλε γιά μαξούρα»* καὶ τόσα ἄλλα. Ὅλοι οἱ συνάδελφοί του τὸν εἶχον ὡς σοφόν.
Ἦτον πράγματι ἀπὸ οἰκογένειαν τοῦ τόπου, εἶχε μάθει γραμματάκια, καὶ εἶχε ξενιτευθῆ. Ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅλοι ἐνόμισαν ὅτι ἐπ᾽ ὀλίγον θὰ ἔμενεν ἐκεῖ, ἤ, ἂν ἔμενε, θὰ εἶχε φέρει τίποτε οἰκονομίας, καὶ θὰ ἤνοιγεν ἴσως κανένα μαγαζάκι.
Ἀλλ᾽ ἔξαφνα, μίαν πρωίαν, τὸν εἶδαν νὰ στέκῃ εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, σιμὰ εἰς τὸν τόπον τῶν δημοπρασιῶν, φέρων τὴν χαμαλίκαν καὶ μικρὸν κουβαριασμένον σχοινίον.
― Τί τρέχει, Ἀποστόλη;… Ἀποφάσισες νὰ γίνῃς χαμάλης;
― Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀπήντησεν ὁ Κακόμης· ἄλλο καλύτερο δὲν ηὗρα.

Συναυλία-αφιέρωμα στον Απόστολο Καλδάρα (1987)










Ακούγονται:

Δημήτρης Μητροπάνος:

  • Όποια και να 'σαι
  • Ποιος θα με πληροφορήσει
  • Της αμαρτίας το στρατί
  • Σ' ένα βράχο φαγωμένο
  • Ο χαρταετός


Βίκυ Μοσχολιού:

  • Συ μου χάραξες πορεία
  • Είπα να σβήσω τα παλιά
  • Δεν μετανιώνω που σ' αγάπησα πολύ
  • Ένα τραγούδι απ' τ' Αλγέρι


Απόστολος Καλδάρας:

  • Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
  • Μου σπάσανε το μπαγλαμά
  • Κι αν αλλάξαμε λόγια βαριά
  • Τώρα κλαις
  • Εβίβα, ρεμπέτες
  • Γιορτή ζεϊμπέκηδων


Ανδρέας Καρακότας:

  • Αχ ο μπαγλαμάς