Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Σαπφώ: Μελῶν α’ & Μελῶν β’ (αποσπάσματα)



ΜΕΛΩΝ Α'

απ. 1:

ποικιλόθρον᾽ ἀθανάτἈφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε·
μή μ᾽ ἄσαισι μηδ᾽ ὀνίαισι δάμνα,
πότνια, θῦμον,

ἀλλὰ τυίδ᾽ ἔλθ᾽, αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες

ἄρμ᾽ ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ᾽ ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ᾽ ἀπ᾽ ὠράνωἴθε-
ρος διὰ μέσσω·

αἶψα δ᾽ ἐξίκοντο, σὺ δ᾽ ὦ μάκαιρα
μειδιαίσαισ᾽ ἀθανάτωι προσώπωι
ἤρε᾽ ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημμι

κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλαι θύμωι· τίνα δηὖτε πείθω
σάγην ἐς σὰν φιλότατα; τίς σ᾽ ὦ
Ψάπφ᾽ ἀδικήει;

καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ᾽, ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
κωὐκ ἐθέλοισα.

ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ᾽ αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.

***

Αθάνατη Αφροδίτη, πάνω στον πολυξόμπλιαστο θρόνο σου, θυγατέρα του Δία, υφάντρα δόλων, σε ικετεύω, μη δαμάζεις την καρδιά μου, δέσποινα, με πόνους και λύπες, αλλά έλα κοντά μου, αν άλλοτε άκουσες ποτέ τη φωνή μου από μακριά και με εισάκουσες, κι αφήνοντας το παλάτι του πατέρα σου έτρεξες εδώ, ζεύοντας το χρυσό σου άρμα. Όμορφα, γοργά σπουργίτια σ᾽ έφεραν, τινάζοντας τα πυκνά φτερά τους, πάνω από τη μαύρη γη, στον ουρανό, στη μέση του αέρα· κι ήρθαν γοργά. Κι εσύ, μακάρια θεά, μ᾽ ένα χαμόγελο στην αθάνατη μορφή σου, ρώτησες τι μου συνέβαινε πάλι, και γιατί σε ξαναφώναξα, τι επιτέλους ποθεί η τρελή μου καρδιά: «ποια πρέπει να πείσω αυτή τη φορά να ᾽ρθει (;) να σ᾽ αγαπήσει; Ποια σε βασανίζει, Σαπφώ; Κι αν σ᾽ αποφεύγει τώρα, σύντομα θε να τρέχει ξοπίσω σου· αν αρνιέται τα δώρα, θε να προσφέρει η ίδια· κι αν δεν αγαπά, σύντομα θε ν᾽ αγαπήσει, θέλει δεν θέλει». Έλα πάλι σιμά μου και λευτέρωσέ με απ᾽ τις σκληρές μου έγνοιες· τέλεψε αυτά που λαχταρά η καρδιά μου και γίνε σύμμαχός μου.



---



απ. 2:

δεῦρύ μ’ ἐκ Κρήτα̣ς ἐπ[ὶ τόνδ]ε ναῦον
ἄγνον, ὄππ[αι τοι] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι δὲ τεθυμιάμε-
νοι [λι]βανώτωι,

ἐν δ᾽ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι᾽ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ᾽, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα κατέρρει,

ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλε
ἠρίνοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ᾽ ἄηται
μέλλιχα πνέοισιν [ ]
[ ]

ἔνθα δὴ σὺ στέμ‹ματ᾽› ἔλοισα Κύπρι
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ‹με›μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον

***

Έλα δω, από την Κρήτη, σ᾽ αυτό τον ιερό ναό, όπου είναι τ᾽ όμορφο περιβόλι σου με τις μηλιές, και βωμοί, όπου καίγεται θυμίαμα. Εδώ πέρα αχολογεί το δροσερό νερό μέσα από τα κλαδιά των δέντρων· ολόκληρος ο τόπος είναι κατάσκιος απ᾽ τα τριαντάφυλλα, και απ᾽ τα τρεμουλιαστά φύλλα σταλάζει ύπνος. Εδώ πέρα ένα λιβάδι λουλουδίζει μ᾽ όλα τ᾽ άνθια της άνοιξης· άλογα βόσκουν, κι οι αύρες ανασαίνουν γλυκά … Εδώ, Κύπριδα, πάρε γιρλάντες και γέμισε απαλά με νέκταρ τις κούπες τις χρυσές, για το γιορτινό τραπέζι μας.



---

απ. 16.1-20:

ο]ἰ μὲν ἰππήων στρότον, οἰ δὲ πέσδων,
οἰ δὲ νάων φαῖσ᾽ ἐπ[ὶ] γᾶν μέλαι[ν]αν
ἔ]μμεναι κάλλιστον, ἔγω δὲ κῆν᾽ ὄτ-
τω τις ἔραται·

πά]γχυ δ᾽ εὔμαρες σύνετον πόησαι
π]άντι τ[ο]ῦ̣τ᾽, ἀ γὰρ πόλυ περσκέ̣θ̣ο̣ι̣σ̣α
κ̣άλ̣λο̣ς̣ [ἀνθ]ρ̣ώπων Ἐλένα [τὸ]ν ἄνδρα
τ̣ὸν̣ [πανάρ]ιστον

κ̣αλλ[ίποι]σ̣᾽ ἔβα ᾽ς Τροΐαν πλέοι̣[σα
κωὐδ[ὲ πα]ῖδος οὐδὲ φίλων το[κ]ήων
π̣ά[μπαν] ἐμνάσθη, ἀλλὰ παράγ̣α̣γ̣᾽ α̣ὔταν
αὔτικ’ ἴδοι]σαν

Κύπρις· εὔκ]αμπτον γὰρ [
]. . . κούφως τ[ ]οη.[.]ν̣
. .]μ̣ε̣ νῦν Ἀνακτορί[ας ὀ]ν̣έ̣μναι-
σ᾽ οὐ ] παρεοίσας,

τᾶ]ς κε βολλοίμαν ἔρατόν τε βᾶμα
κἀμάρυχμα λάμπρον ἴδην προσώπω
ἢ τὰ Λύδων ἄρματα καὶ πανόπλοις
πεσδομ]άχεντας.

***

Μερικοί λένε ότι το λαμπρότερο πράγμα πάνω στη μαύρη γης είναι ένας στρατός ιππέων, κι άλλοι, ένας στρατός πεζών — εγώ όμως λέω ότι το λαμπρότερο είναι ό,τι τυχαίνει ν᾽ αγαπά ο καθένας.
Και τούτο είναι πολύ εύκολο να γίνει κατανοητό από τους πάντες. Λόγου χάρη, εκείνη που ξεπέρασε κάθε ανθρώπινο πλάσμα στην ομορφιά, η Ελένη, εγκατέλειψε τον άντρα της, άρχοντα στους άρχοντες,
και έκαμε πανιά για την Τροία, χωρίς να νοιαστεί καν για την κόρη της ή για τους αγαπημένους της γονείς· ήταν η Κύπριδα που την ξεστράτισε ευθύς·
και εύκολα την έπεισε… και αλαφρά… όπως τώρα μου θύμισε την Ανακτορία που λείπει μακριά.
Το αγαπημένο της το βήμα θα προτιμούσα να ᾽βλεπα εγώ, περπάτημα και τη λαμπρή ακτινοβολία του προσώπου της, παρά όλα τ᾽ άρματα των Λυδών και πάνοπλους τους πολεμιστές να μάχονται πεζοί.



---


απ. 23.3-6:

ὠς γὰρ ἄν]τιον εἰσίδω σ[ε,
φαίνεταί μ’ οὐδ’] Ἐρμιόνα τεαύ[τα
ἔμμεναι,] ξάνθαι δ᾽ Ἐλέναι σ᾽ ἐίσ[κ]ην
οὐδ’ ἒν ἄει]κες.

***

Γιατί όταν σε κοιτάζω κατάματα, στοχάζομαι ότι ούτε η ίδια η Ερμιόνη δεν ήταν σαν κι εσένα, και δεν είναι καθόλου άπρεπο να σε παρομοιάζω με τη χρυσομαλλούσα Ελένη.


___


ΜΕΛΩΝ Β'
απ. 47:
Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι 
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.

***

Ο Έρωτας συγκλόνισε την καρδιά μου, όπως ο άνεμος που χιμά στις βελανιδιές πάνω στο βουνό.


---


απ. 50:
ὀ μὲν γὰρ κάλος ὄσσον ἴδην πέλεται ‹κάλος›,
ὀ δὲ κἄγαθος αὔτικα καὶ κάλος ἔσσεται.
***
Αυτός που είναι ωραίος, είναι ωραίος στην όψη, αυτός όμως που είναι και καλός, θα είναι αυτόματα και ωραίος.


Νεοελληνική απόδοση:
Ι.Ν. Καζάζης


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου