Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Jim Potts: Corfu




What does it matter
If Odysseus swam here
And met Nausica on the shore?
Everything is in the sea,
The books can tell no more.

What does it matter
Where Shakespeare set his play?
He had a tempest in his mind
Which could never be confined
To a certain place or day.

Jim Potts: Before the Paxos Beach Hotel




We camped there thirty years ago -
Down on that olive terrace.
We swam down  in that pebbly-bay
Avoiding sharp sea urchins.
I'm living in Australia,
You're in Canada, the say.
I still see our tent in the olive grove,
A faint impression, where we lay.


Μίλτος Σαχτούρης: Στιγμές




ο εραστής
άρρωστο ψάρι
όπου να ’ναι
θα πέσει
στον ουρανό

*

κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας στη γωνιά
ν’ αντικρίσω
το μαύρο κόκκινο

*

τη νύχτα
κλεισμένος
σε κλουβιά βροχής
σιγά σιγά
με θανατώνουν
τα πουλιά

*

και το πρωί
αν τα πουλιά που μου στέλνει
ο Θεός
είναι πάλι μαύρα
τα βάφω
πράσινα
κίτρινα
κόκκινα

*

όμως μια μέρα
θά ’ρθει μια συννεφιά
παντοτινή

*

κυπαρίσσι
κόκκινο
δέρμα
της ψυχής

*

ένα γλυκό χέρι
σπασμένο
πεταγμένο
στις πέτρες
στο δρόμο
στο χάος

*

καληνύχτα


ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

Μίλτος Σαχτούρης: Επεισόδιο




Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι


ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

Έκτωρ Κακναβάτος: Ούριος άνεμος




Είναι που τα μάτια μου
έρπουνε στο μελί κορμί σου
γεμάτο φυσαρμόνικες
κι ανοίγουν στράτες του χαμού και πάω·
χαμένος πάω σε ντερβένια
όπως λιώνει πρωινή μοτοσυκλέτα
θωρώντας την Τριπολιτσά εν στύσει.


ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ (1981)

Έκτωρ Κακναβάτος: In hyperbola





You cannot say or guess
for know only.
T.S. ELIOT, The Wasteland

Έτσι που παγιδεύτηκες στο καταπέτασμα
κι ως μαϊνάρεις με τη γνώση
δεν είναι να μαντέψεις
δεν είναι μαντεύοντας να πεις
είναι μόνο να γνωρίσεις,
μόνο·

δε θα σου δοθεί να δεις
τα σχήματα που είναι ανίδωτα
ν' ακούσεις λέξεις που
εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια
και που σωπαίνουν από μόνες τους
μη γίνουν λόγος
και μόνο in hyperbola ηχούν,
δεν είναι

λέω δεν είναι δα του καθενού ν' ακούει
τον ύπνο του νερού, να δει της πέτρας την έπαρση,
ότι βαστά του ραδιοαστέρα,
ή που το φως του φεγγαριού ιερουργεί,
κέρνος από φωνήεντα κι αθώα καλάμια·
είναι της άλλης αίσθησης να είσαι
μέσ' από αιώνες η στιγμή του κεκραγέναι:
χαίρε ως δυνατότητα τερατική η τρέλα
χαίρε ως προβλήτα η αντιλόπη
χαίρε ότι καταδώ λοξοδρομείς
η νυχτοαλκυόνα.


ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ (1981)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (22)




Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ' ακούς
σα φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ' άγγιξες μ' ένα λυγμό απ' τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φως;


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (19)




Τα όσια λείψανα όλα τα εντόσθια σκεύη
αν σου πετάξει άχρηστα
έξω που μαίνεται και μαίνεται
αβάσταχτο το φως μες στα περάσματα
τι θ' απομείνει απ' τον απρόσιτο κρόταφο
όταν απόμαχος
όταν έγχρωμος με οξείδια μετάλλων
θα φωσφορίζει ορθός σαν οίδημα
και θα συρίζουνε με τα μυαλά χυμένα οι δίνες;

η ώρα που θα σημαίνει έξοδο
πέρα από τη νόηση
τα τύμπανα με υλακές απ' τα ηλιοστάσια
ο ήχος που το κάθε σχήμα θα 'ναι
που θ' αντιφωνεί
τι θ' απομείνει πες μου
παρά επίμονος ο λίθος να γεωμετρεί
αδιάλλαχτο το τραύμα να ματώνει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (18)




Αν αυτό που από το κάθε σχήμα είναι
ήχος κι από τον ήχο ρώτημα
αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια
αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυκτόβιο
με ώχρες βαμμένο και όπια κίτρινο
μαβί άσπρο και πονεί
πονεί ατέλειωτα μες στα λιθόστρωτα του λόγου
αν αυτό που ακόμη ανθίσταται
ανυποχώρητο
αυτό το στερνό λέγω από πανάρχαιη καστανιά
κι από σχιστόλιθο ανθρωπολύτη κατακόρυφο
προεκταθεί ως την αγέρωχη σιωπή
αν μείνει κατάμονο
σ' αυτή την ερημιά της γνώσης
έτσι που να 'χει μέτρο
που να 'χει όγκο το μηδέν
αν πιεί τον ίσκιο του από έξαρση
ή στον αγέρα αφανιστεί από αυτάρκεια
κι αν το ικρίωμα που έστηνες σου ανατρέψει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (8)




Στη νέα μεθόριο πρωτόζωο λαβώνεσαι
απ' τη νέα αυθυπαρξία κι απ' το σέλας
να βυθομετράς το θάνατο
στο γνεύσιο

η σάρκα σου
γυαλί απέραστο κατά εξάδες
δάσος τα πετρένια οστά
σχίζουν σε βέργες τον άνεμο
μα η ρίζα έγκυα οδοιπορεί σα θειάφι


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (7)




Περάσαμε λοιπόν οι άνθρωποι απ' εδώ;
καπνοί αρχαίοι ξέμειναν
στη μνήμη
στους φεγγίτες
κάρβουνα οι παντοκράτορες
κ' οι θολοί μελαψοί

πηχτός
απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο
άλλη τροφή από το πέτρωμα δεν έμεινε
πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα;


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (5)




Άλλο από το παραλήρημα δεν σου 'μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας
ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (4)




Πώς να ξεχάσω τη φραγκοσυκιά σου
τη μόνη που έμεινε
να περιμένει τον υετό
να περιμένει
μέσα σε δεκατέσσερις χιλιάδες ήλιους δυσμενείς
όταν το καθημερινό μου χέρι
δίνεται μουσκεμένη ψίχα
σε οισοφάγους στην κάθε πέψη;

ύστερα πελώρια ρωγμή ως κάτω
το στρόντιο δεσπόζει φρέσκο
απάνω που περίμενες έναν υετό μεσσία


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (3)




Αρχή αρχή το δέρμα σου
αξία πρώτη ένα στρώμα μέταλλο
κόβεις νομίσματα για τους λαβδακίδες
ένα μίλι πάθος για τον αρχαίο ιησού
για τα χερουβικά σφήνες στις αρθρώσεις
για όλα το δέρμα σου για όλα

ώσπου το υπέρμαχο τείχος σχίζεται
ύστερα παιδιά πρησμένα από το φως
ψάχνουν για ένα κομμάτι έλασμα
να κόβει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Χρήστος Μπράβος: Ήμερος ύπνος




στον Χρήστο Κεραμίδα

Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο.
Χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης.

Με νύχια παγωμένα ο λύκος κρύβεται.
Με φόβο οι ζωντανοί την πόρτα κλείνουν.

Κοιτάς απ’ το παράθυρο: Καπνίζουν τα πηγάδια.
Χιόνι· κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο.

Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει.
Τον λύκο, που εχύμηξε πίσω του, δεν τον βλέπει.

Νύχτα με πένθιμο σκυλί στον σάπιο φράχτη.
Κι οι πεθαμένοι ακούν· και περιμένουν.

Χρήστος Μπράβος: Σονέτο του σκοτεινού θανάτου




Της νύχτας και του ανέμου Federico
García Lorca, πέφτει π έ ν τ ε η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα•
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.

Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι

κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σού ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;

Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.


ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ (1996)

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019

Νίκος Καρούζος: Φοβερός από μειλιχιότητα




Φεύγω απ’ το στόμα μου φεύγω απ’ το μυαλό μου
δεν έχει όρια η κωμωδία της γλώσσας
τα διάπυρα σημάδια του Δήθεν εντειχισμένα στο στήθος.
Φεύγω απ’ τα χέρια μου φεύγω απ’ τη στύση
διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα
είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε
στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας
διαθέτω μονάχα την Άνοιξη διαθέτω τ’ αστέρια
είμαι άλλωστε εγώ που ταρίχευσα
μαζεύοντας όσο μπόρεσα χημικό σκοτάδι –
την καθημερινότητα.


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ (1979)

Νίκος Καρούζος: Ρυμηδόν ή κάπως




Μου φαίνεται πως είμαι στου φωτός τα πρόθυρα
τρισέρημος από σπίθες του μέλλοντος.
Λατρεύω την απόλαυση βυσσινιά, τη στύση μέσα στο ρόδο.
Σα να ’χω πάθει λεκτική αφυδάτωση σα να ’χω
ξεράσει βοερά στην αχραντοσύνη.
Δεν είναι τρόπος ετούτος να αρρωσταίνω στα ύψη μου
πλήρης από ένδοξη υγεία.
Λαλούν καμπύλες σήμερα μ’ αρώματα
στη φλογισμένη κόλαση της αφής μου
στο θαλερό κι απόλυτο κορμί σου ω Ανώνυμη
τέτοιος θρίαμβος
και του ορθόστητου λαιμού σου το γλυπτό
λες από ύλη κάτασπρου αγγέλου.
Δεν ήξερα τον έρωτα έτσι τραγουδιστό κι αρωματάρη
το βόγγημα του γαλαξία ωσάν ένα
κυμάτισμα λευκότητας. Από πότε
γνωρίζομαι εγώ με την όραση;
Είμαι στο τέρμα του μυαλού μ’ ένα χαμόγελο
κρεουργημένο.
Είχα δύο-τρία σύγνεφα στα χέρια μου δεν τα ’χω
τα θεϊκά κουσούρια της θάλασσας αγναντεύοντας
κι αυτό ψηλά κατάντικρυ
το πλαδαρό φεγγάρι που σεληνιάζεται (τι πάθος)
απόψε ειν’ ορείχαλκος και παρακμάζει καμπουριάζοντας.
Τι είναι τούτος ο αγέρας, βιολονίστας;
τι ειν’ ο θάνατος ανήμερα στη ζήση;
Κανένας πεθαμένος δε μετέχει στα τριαντάφυλλα
κι ας λέμε -, η γερόντισσα του ερχόμενου αιώνα
η νιόπαντρη χημεία το ξέρει
χορταριάζοντας αλλιώς τους τάφους.


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ (1979)

Νίκος Καρούζος: Σύντομη μαγνητοφώνηση




Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε
συνήθως όμως αναστατώνει
θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική
του μαύρου κοινοκτημοσύνη.
Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος;
Ερείπιο από ναυτία, γιομάτος καρβουνόσκονη
κι απόκληρος εγώ από άνηθο
στα ανοιχτά της απελπισίας
αιμάσσοντας ακατάπαυστα
μεσ’ στη διάνοια-νοσοκομείο
(θυμάσαι τ’ αγριόχορτα
την ιταμή τους αδράνεια
θυμάσαι ω Μελάμφυλλη τα υδραργυρικά μας
μεσημέρια σαν του Ζόφου κατώφλια…).
Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο
τη ζαριά μου θαν τη ρίξω στην ανέραστην άβυσσο
χαρίζοντας τις εξάρες μου
στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε
σ’ αυτό τον κόσμο-μπαλτά που κατακόβει
τη φουκαριάρα μοίρα μου ωσάν
τρυφερό χοιρομέρι.
Καταχωνιάζομαι
καταστροφή
κατάμεστη
καταδίκη.


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ (1979)

Νίκος Καρούζος: [η τρομερή τοξίνη της αιτιότητας...]




η τρομερή τοξίνη της αιτιότητας
κ’ η ανάσα μου ζεμένη χαρμόσυνα
στην αγγελούδα μου λησμοσύνη
κι ανθίζει σκότος αναδείχνεται στην όραση
ο θείος νεανίας
αστράφτοντας από γνώριμες λάμψεις
νερά κι αθάνατα πράματα.


ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (1978)

Νίκος Καρούζος: [Χέρσος ο πόνος του έρωτα...]




Χέρσος ο πόνος του έρωτα δίχως
του καιρού την εξάρθρωση
ο αγρός της φλόγας μου το αύθαδες έαρ
η πυροστιά του απείρου η σκέψη μας
κι ο μαστός της μητέρας παλιορκούμενος
από τέτοια γευστική ευγνωμοσύνη
/ διακοπή ρεύματος /
δάκνοντας ανεπίληπτα τους γλουτούς
της ειμαρμένης
τα νοήματα: τις ραφές τα στριφώματα
της έκπαγλης ματαιότητας
/ανάβω τσιγάρο
μόλις τ’ άναψα/


ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (1978)

Νίκος Καρούζος: Τρυφερά ερωτήματα




Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και η κίνηση;
Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι
κ’ οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα
σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;
Σου γράφω λοιπόν...
Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι
κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο
θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.
Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο
θέλω ναν το πετάξω.


ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΑ ΧΑΣΜΑΤΑ (1974)

Νίκος Καρούζος: Στιχάκια του γέροντα Βενέδικτου τη νύχτα




Για δες απόψε τη φεγγαράδα:
τι χυδαιότητα τι φασουλάδα!
Το φεγγαράκι εγώ μονάχα χαιρετίζω
το λιγνό χορταράκι γευματίζω.
Σαν πρώτος θέλω να ’ρχομαι στο μέγα τίποτα
γιατί και το φραγγέλιο
υπάρχει μεσ’ στο ευαγγέλιο
μα όμως
του Τρότσκυ τη διαρκή επανάσταση
τη γκρέμισα στου Ιησού τη διαρκή συγγνώμη.


ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΑ ΧΑΣΜΑΤΑ (1974)

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Οδυσσέας Ελύτης: Και με φως και με θάνατον (12)




Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
Τα ονόματα της Παναγίας και θα δεις

Ε ε Χρυσομαλλούσα
Ε ε Χρυσοσκαλίτισσα

Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ' άσπρο σπίτι στην πλαγιά

Τ' άλογο με τα δύο φτερά

Και η άγρια φράουλα της θάλασσας

Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπορτιανή μου

Θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται

μέσα στ' αραποσίτια
Τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ' αλυσιδάκι στο λαιμό

Ε Παναγιά Τα Μάγκανα
Ε Παναγιά Τόσο Νερό

Να βλαστημάει και ν' ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του

Τέσσερα-πέντε αρχαία ελληνικά

Το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα

Καρυστιανή κι Ακλειδιανή
Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα

Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
Κι απ' τ' αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς

Έι Κρουσταλλένια έι Δροσιανή
Έι Παναγιά του Νίκους

Να σχίζεται στα δύο τ' ουρανού το καταπέτασμα

Κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ

Να κατεβαίνει - κοίτα:

Στα κύματα μ' ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει

Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίτρα μου έι!


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Νίκος Καρούζος: Η συντομία του ονείρου




Τρέχει μέσ’ στα χαράματα το ελάφι
που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος
εδώ που κατοικώ
ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.
Ιδού ο Τρέχων
έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.
Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Τρέχων
και το σύρουν
άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.
Μέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω
προς τον άγνωστο προορισμό μου.