Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

T.S. Eliot: Ash Wednesday




I
Because I do not hope to turn again
Because I do not hope
Because I do not hope to turn
Desiring this man's gift and that man's scope
I no longer strive to strive towards such things
(Why should the agèd eagle stretch its wings?)
Why should I mourn
The vanished power of the usual reign?

Because I do not hope to know
The infirm glory of the positive hour
Because I do not think
Because I know I shall not know
The one veritable transitory power
Because I cannot drink
There, where trees flower, and springs flow, for there is
nothing again

Because I know that time is always time
And place is always and only place
And what is actual is actual only for one time
And only for one place
I rejoice that things are as they are and
I renounce the blessèd face
And renounce the voice
Because I cannot hope to turn again
Consequently I rejoice, having to construct something
Upon which to rejoice

And pray to God to have mercy upon us
And pray that I may forget
These matters that with myself I too much discuss
Too much explain
Because I do not hope to turn again
Let these words answer
For what is done, not to be done again
May the judgement not be too heavy upon us

Because these wings are no longer wings to fly
But merely vans to beat the air
The air which is now thoroughly small and dry
Smaller and dryer than the will
Teach us to care and not to care Teach us to sit still.

Pray for us sinners now and at the hour of our death
Pray for us now and at the hour of our death.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Guillaume Apollinaire: Sous le pont Mirabeau (Κάτω απ’ τη γέφυρα Μιραμπό)


[O Guillaume Apollinaire δια χειρός Francis Picabia]


Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu’il m’en souvienne
La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l’onde si lasse

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

L’amour s’en va comme cette eau courante
L’amour s’en va
Comme la vie est lente
Et comme l’Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure


***


Κάτω απ’ τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας
Κι οι έρωτές μας
Πρέπει να μου θυμίζει πως
Ερχόταν η χαρά πάντα μετά τον πόνο

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Χέρια σφιγμένα σε χέρια το πρόσωπο στο πρόσωπο μένει
Παρότι κάτω από
Των χεριών μας τη γέφυρα περνά
Από αιώνια βλέμματα βαριεστημένο κύμα

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Φεύγει ο έρωτας σαν το νερό που τρέχει
Φεύγει ο έρωτας
Όπως αργή είναι η ζωή
Κι όπως βίαιη η Ελπίδα

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Περνούν οι μέρες κι οι βδομάδες περνούν
Ούτε ο περασμένος χρόνος
Ούτε οι έρωτες θα ξαναρθούν
Κάτω απ’τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ


[Guillaume Apollinaire, « Sous le pont Mirabeau », Alcools, Paris : Gallimard, 1920]


Μετάφραση:
Μπίλη Μητσικάκος

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Στέφανος Ροζάνης: Kaddish




Και θάλασσα θάλασσα μαύρη
Και το πέλαγος βούιζε ακατάπαυστα
Στενό στενό απ' τον τρόμο.

Και πέρναγε ο ουρανός ανέμσα στα σύννεφα
Σαν απειλή και σαν χείλη σφιγμένα απ' τον καημό
Σαν τότε που φανέρωσες το σώμα σου απρόκλητα
Και τα μάτια έσταζαν δάκρυα πάνω στα χέρια
       σταυρωμένα στο στήθος

Κι έγινε πρωί κι έγινε νύχτα
Ημέρα πρώτη

Βύρων Λεοντάρης: [Μέλλον]




Μέλλον, πώς γίνεται να είσαι μέλλον;
Αφού δεν είσαι θα, ποτέ δεν θα 'σαι
πάντοτε ήσουν πριν ποτέ μετά
κι αντίδρομα, όπως πορεύομαι, έρχεσαι
κατέναντί μου κι από μέσα μου περνάς
χρόνος ανάστροφος
Πώς γίνεται να έρχεσαι από εκεί που εγώ πάω
       και να υπάρχεις;

Πενθώ τις μέρες που έρχονται
δεν είναι μέρες, οι ψυχές του είναι που με
         συναντούν κι αντιπερνούν
και πίσω μου στου βίου μου τον απόηχο χάνονται.

Δε σ' έχω και δε μ' έχεις, μέλλον,
δεν είσαι θα ποτέ δεν θα 'σαι
το θα σου είναι το παρόν
το θα σου είναι το παρελθόν
πώς γίνεται να υπάρχεις μέλλον;

Φάσμα παρείσακτης νεκρότητας
μη μου χαλάς το θάνατο

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Κώστας Βασιλάκος: Χορεύαμε




Χορεύαμε με θέα την πανσέληνο.
Με κρατούσες σφιχτά από την ανάσα
κι εγώ ψιθυριστά άγγιζα το κορμί σου.

«Τον νου σου στα βήματα», σου είπα,
«μη χαθούν οι στροφές
και ξεμείνουμε στην έκλειψη της αγάπης.»

Εσένα σου αρέσει το διάφανο τ' ουρανού
κι εμένα το ασημί της θάλασσας.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)



Κώστας Βασιλάκος: Ίσως να συναντηθούμε




Πάλι οι ελπίδες και τα όνειρα μπήκαν σε ατραπούς.

Δεν είδαν τ' απλωμένα χέρια που ικέτευαν για ζωή.
Δεν σκόνταψαν στ' άστεγα κουφάρια κουφάρια των πεζοδρομίων.
Δεν άγγιξαν τις απελπισμένες ώρες των ανέργων.

Ίσως στο μέλλον τα κουρέλια να βγουν στις λεωφόρους.
Ίσως στο μέλλον τ' αποστεωμένα λόγια κάνουν την αρχή.

Ίσως τότε να συναντηθούμε.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)

Κώστας Βασιλάκος: Ο χιτώνας




Τις τραχιές μέρες, γδύσε την ψυχή για να ντύσεις
    τα πάθη των ανθρώπων.
Ο χιτώνας που θα γεννηθεί θα 'ναι πορφυρός,
    με αίμα κι αγκάθια.

Αλλά οι ματιές θα γέρνουν με στοργή ν' αγκαλιάσουν
τις αποστάσεις που άφησαν οι καρδιές.

Μη φοβάσαι να δεις το χαμόγελο των παιδιών.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)

Κώστας Βασιλάκος: Παζλ




Συναρμολογώ ποτάμια, όχθες ξυλεμένες.
Με πράσινα ματόκλαδα φυτεύω ζωή.
Παλεύω να ταιριάξω το λευκό με τη σκληράδα
     των βράχων.

Μοιράζω τις θάλασσες σε κυματισμούς γκρίζους και μπλε.
Αμμόλοφοι διάσπαρτοι και παγετώνες στα όρια
     των κυττάρων.

Ζωγραφίζω με φιλί και χώμα μορφές σε γήινα χρώματα,
μη θυμώσουν οι θεοί που τις έπλασαν ανθρώπους.

(Μα η περιστροφή της γης στα χέρια μας,
ανείπωτη καταστροφή!)


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Ερωτόκριτος Μωραΐτης: 400 Χρόνια Σαίξπηρ






Έκτωρ Κακναβάτος: Δικός μας άνθρωπος




Απ' έξω τίποτα το ιδιαίτερο,
όπως όλοι μας.
Δυο κάτω άκρα    δυο άνω.
Είκοσι δάχτυλα που εξημερώνονταν τον ύπνο.
Ο δείχτης ο μέσος ο αντίχειρας
στερεά γωνία
σαν έσμιγε η ψυχή με ίσκιους.
Κρανίο έγχορδο όπως όλοι μας.
Τα ζυγωματικά σε ασταθή ισορροπία
δείγμα ευαίσθητου μουσικολόγου.
Βάδιση κανονική.
Επάγγελμα δικτυωμένος μεταρσιωτής
νομικών προσώπων.
Φρονήματα ελαφρώς σπογγώδη ποδοσφαιρικά
σου λέω τέλειος·
καθόλα σύμφωνος με τις προδιαγραφές
του τεταρτογενούς, της αποστολικής μας
διακονίας,      δικός μας άνθρωπος...

Μόνο που -ώρα φεγγαράδας- βρε παιδί μου
εκείνη η διαφάνεια στο δέρμα του
φέγγιζε όλος από μέσα του αλλιώτικος
με τη χοάνη προς τα πάνω παραβολικός
το κεφάλι κάτω
τα πόδια  δ ι ε σ τ ώ τ α  τον ανήφορο
κέντρο συμμετρίας το δωδεκαδάχτυλο
σημείο πως κάποτε είτανε πηγάδι
το χέρι του χωμένο ως τον ώμο
στο λάρυγγα του φεγγαριού
έπαιρνε μηνύματα.

Ύστερα πόρτα πόρτα
πουλούσε σπέρμα πρωινό
και προσωπεία.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Νέκυια ώρα πέντε




Ώρα τέσσερις οπή ευθυτενής
η λάμπα τελευταίο σκάφος
ο βραδυνός ανάπηρος Δεκέμβρης
κι ο μονοφυσίτης προκαθήμενος Σιλβέστρος
κρανίο χορτοφάγου
η μελαγχολία του άορνο μεθάνιο.
Πώς κάρφωνες λέξεις τα σιγμόληκτα
τα χειλικά τα ουρανισκόφωνα
πώς τα εφτά της συννεφιάς
ποιοι πυροτεχνουργοί
ποιες δρασκελιές στην Πύδνα
πώς το ιονισμένο χέρι μου
βαθιά χωμένο του Δεκέμβρη;

Ώρα πέντε χωράφι του Ταΰγετου
η τροχαλία
κάποιος Ιγνάθιο μ' έναν ταύρο
σφηνωμένον στ' αχαμνά του
ο τελευταίος που πέρασε με το σεντούκι
και πάει αυλάκι μέσα στη σιωπή
ίσα μέσ' στον Δεκέμβρη
φτυστός η ώρα πέντε.

Καχεξία δεινόσαυρων
μέσ' στο γυαλί άψυχο σκοτάδι
ανέβαινε την ξερολιθιά όλο γυριστές καμπύλες
κίσσα χαμήλωνε ως την πόρτα μας ο θάνατος
η πόρτα μας όλο νυχιές
ανάμεσα σε γυριστές καμπύλες
σκυφτή στο λάκκο πίνοντας, σύρμα οι φωνές
ξοπίσω η δίψα σκύλα.
Παραπατώντας ζύγωνε ο γέρο-Τειρεσίας
έπινε, εμίλειε ίσα που ν' ακούγεται:
Στην άλλη άκρη της Μεσόγειος σηκωθείτε...
με κάστορες βραδυάζει του Μισσισιππή
η ώρα πέντε...

Η οπή ευθυτενής
η λάμπα τελευταίο σκάφος
ο κάβο Ματαπάς     το σάπιο πόδι του
ένα πριόνι
το θεσσαλικό ρήμα  π ε τ σ ο κ ό β ω
κι ό,τι περίσσευε άλλο η ώρα πέντε.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Οχιές (απόσπασμα)




[...]
Πώς πνίγεται ένα περήφανο θέωρημα
σε γλύνα γηπέδου βουλιάζοντας στο φλέμα;
Ω ποδοσφαιριστή Βαν Γκογκ
τι δίχτυα κίτρινα
τα πράσινά σου τι φανέλλες, οι ντρίπλες σου
τα λουλακιά οι σφυρίχτρες
η πιστολιά σου πρώτο ημίχρονο...
...πού τρώνε κάρβουνο;
ποιος πίνει το κατράμι ποιος γελά;
Λέω το πρόβλημα: το σκούρο αν είμαι
πέτρωμα με τόσο θάνατο.

Στο πλάι μου, πέρα βρέχει, ο ατάραχος.
Γενιά γενιά σταράκι άσπρο
πήρε πάλι των αμύγδαλων των πικρομάραθων
να πρασινίζει· ωραία περνάμε...

Ω χάος που πλαγιάζεις με θεό από μαυρολίθαρο,
οχτώ ταχύτητες του λιοπυριού ή πλοίο
φουνταρισμένο κάτω από πέτσινη ομπρέλλα
ξερνώντας όστιες κι αρμύρες είναι η τρέλα μου
είναι το άσπρο μαντολίνο της γεωμετρίας
είμαι εγώ του λιοπυριού το αρμόνιο
η όστια η πιστολιά στο πρώτο ημίχρονο
εγώ το σκούρο πέτρωμα
με τους θανάτους.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Πάσχιζε να γενεί σειρήτι




Αγύριστο κεφάλι.
Κεραμιδί των δευτερολέφτων,
με τη φεγγοβολή
ψυχοπαράδινε μέσ' στα χαλίκια.

Δεκάξη αγέρηδες
χορεύοντας με τα μαχαίρια γύρω του
κι αυτός ν' αδειάζει όπως η λέξη πέρυσι·
ύστερις γύψος και στρατσόχαρτο
τζιτζίκι γυάλινος ή σύρτης της ορθοδοξίας.

Χαμηλότερα που εδράζεται ο αριθμός
Μεσολόγγι
σώπαινε ανεβαίνοντας υψόμετρα τη νόηση
πάσχιζε να γενεί σειρήτι του Γαλαξειδιού
ή παιδικό καΐκι
σαν τότε που ο κάβος μόνος του ελύνονταν
της πρύμνης κ' εγλύστραε μέσ' στα νερά
κ' έφευγε κατάρτι η ψυχή σου.

Πώς κυλιέται ύστερις σα σκοινί στα χώματα
λίγο πριν γίνει χτύπος της φλεβός
το απομεσήμερο; Έτσι έλυωνε.
Έτσι έφτασε στο επιχείρημα:
πως τάχα εγώ,
η Μυκηναϊκή μοτοσυκλέτα των σφαγείων
όπου να 'ναι σέρνω την περόνη
ανατινάζεται η κόκκινη η κίτρινη
η χρυσαφιά
από εκατό σημαίες Μακκαβαίων
ασήκωτη σε τρίγωνα σαν μαστός αρχαίος.

Να, μ' αυτά και τέτοια έμεινε μ' ένα πόδι
στις πορείες
κι από φτούνο μοναχά η πατούσα
το μεγάλο δάχτυλο πελώριο
σα μέγγενη καρτεσιανή ή σκυλί ψόφιο
που αιωρείται.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος: Ανασκαφή




Η λέξη Κέα καταύγαζε το πέλαγο.
Ο τάφος θολωτός. Η λέξη Κέα.
Αλειμμένος λάδι επικούρειος
νυν λιθάνθρακας
φώταε ακόμα ίσα που να βλέπει
που να μη μιλεί
να λιώνει.
Το δαχτυλίδι άφαντο.
Δυο ελληνιστικά εικοσιτετράωρα
τα τελευταία του Αμύντα
λίγα κτερίσματα όχι σπάνια
και κάτι κρύσταλλοι ουρικού οξέος
μια φιάλη, υπογραφή Δομέτιος.
Δε λέγεται η λύπη των αξίνων…
Ω ποίηση κεραμουργία με φωνήεντα
έφευγες σφαίρα στον αυτοκινητόδρομο
πιο πολύ αιώρα η Σέριφος
αντίπετρα τα χάη κ’ εγώ το σείστρο.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Μέρες του ορθού λόγου




Ικέτευε
στην πρώτη ντουφεκιά
να φύγουνε τα πράγματα
οι αγριόχηνες
οι παρενέργειες της λογικής,
εκεινα τα συνηρτημένα της: ισορροπίες,
ισορροπιστές
ο αμφιθεατρικός εγκέφαλος κορυφαία
φάλαινα ολολύζοντας,
ξοπίσω άτροχος κινέζος η ευθύτης
άσπρο κερί το πρώτο μου αμάρτημα
η διαχρονική σημασία του οχτώ μέθοδος
πολιορκίας
τρία καρφιά σκουντώντας τη φωνή μου
η Αθηναϊκή ημιολία Άγιος Θεράπος
κ' εσείς το ψητοπωλείον η Λέσβος
ω εφηβεία κίτρινο λεωφορείο μου στις δέκα
ω αγία Τριάς των καταγμάτων
κ' η επόμενη τριάς:
οπλίσατε
πυροβολήσατε
πάλι οπλίσατε.
-Οιακιστή, γραμμή: Ίος, Οία, Σίκινος
βοήθεια...

Ξάφνου διαστρικόν ποδήλατον ή λαιμός
γεμάτος φλέβες οι πρωτόπλαστοι
ανέβαιναν τη μπόχα του μεσημεριού.
Ορεινός πριονιστής απ' το υπόγειο εσάλπιζε
λεηλασία
τα κουδούνια τότε
τα εξάγωνα
ο ξερός νότιος άνεμος
το πολυώνυμον τότε
ίσον μηδέν.
Γονατιστή εκλιπαρούσε η νύχτα: Μη, μη τον
Ιούλιο, το ματωμένο μου πουκάμισο.

Περνώ με χρώμιο τα πόδια μου
καννίβαλος απέναντι θερίζει το περίπτερο
χύνονται κάλυκες τα πεζοκεφαλαία στην
άσφαλτο
τα ευθέως επινεφρίδια μολύνονται.
Ίσως να 'ναι τούτο η εξέγερση που επίκειται
Ω Ιούνη αδέρφι από το πέλαγο
εσύ ο πρωραίος Αλεξανδρεύς
ο άλλοτε χρυσόχαρτο, ο κύλινδρος, γελάς.
Πότε να χτυπηθούμε να τελειώνουμε
μην προλάβει η αντιβίωση και λυώσει τους πυρήνες;

Μέρες του ορθού λόγου σακατεμμένου
από την κριτική του
παίρνει φωτιά το αερωθούμενο
περνώντας μέσα από την λύπη μου.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Θεός ηλίθιος




Πώς του ήρθε να ελέγξει την κλόνιση
τον άψογο άξονα
την περιδίνιση της γης, έτσι έλεγε,
κι όλες τις νομιμοφροσύνες;
Άρχισε με κίτρινη κλωστή
στην άκρη ένα βαρίδι.
Βαθιά της άβυσσος εφέγγιζε,
γυάλινος ώμος οδαλίσκης,
ο νιοστός αιώνας·
μόνο το παράθυρο έδειξε να γέρνει λίγο
μιαν ανεπαίσθητη παρέκκλιση
ωσάν ωτακουστής
ή σα θεός ηλίθιος
στραμμένος βορεινά, χαμένος
μέσα σε απειροστά βλεννώδη.

Κάτω δεξιά είτανε πέντε ακριβώς.

Στρογγύλευε ο χρόνος όπως αφήνεται
στα γηρατειά
ή στο ρεύμα το χταπόδι
εκεί που κάποτε είτανε κεφάλι της Εκάβης.
Η οριζόντια γραμμή γυμνό του εργαστήριου
Η ήβη αδιάφορη λοφώδης
σαν μελανοδοχείο.

Ψηλά, μόνος του ο αμάραντος
αστρονομώντας.

(1973)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Φυτεία μαχαιριών



Πρώτο χάθηκε τ' αχνάρι μας·
όλη τη νύχτα με σηματωρούς έπινε κώνιο.
Γενιά που ανάθρωσκες με σπέρματα τεράτων
σα να 'τανε από μισό στρέμμα σκοτάδι
να βγάζεις μια και δυο φωνές και χίλιες
σ' εποχή ακοντισμού.

Έτρεμες στις βουνοπλαγιές που οι άλγεβρες καπνίζανε
και γδύνονταν το καλντερίμι τα φεγγάρια του
που έδινε το ένα του πλευρό να σώσει το άλλο
που η έχτη μέρα της δημιουργίας
αναρριχιόταν την κουφοξυλιά
κι ανέβαινε την αορτή
και που εκεί σφηνώθηκε...
Ρωτώντας πού κρύβεσαι ανατινάχτηκε
κ' εσύ δεν μπόρειες να ξεψυχίσεις.

Λοιπόν ιδού: Η επικράτεια της ευφυΐας
όλο σου δηλαδή το καταμεσήμερο
με πτήση προς Ελευθεράς
είναι ο άλλος συνωμότης.
Συνεχίστε τώρα οι άλλοι...

Λες κι αλέθανε σκοτάδι σε χερόμυλο
μπροστά του άλφα ο θόρυβος.
Ξάφνου γεννιόσουνα,
στη στιγμή εντός σου πέθαινες
τέτοια φούρια. Λοιπόν;
Τώρα ποιο σβώλο μαύρο χώμα θα πεις όνειρο
που ο ίσκιος σου στα πέρα του ομέγα
φυραίνει όλο γούβες πίσσα κίτρινος
του Αυγούστου;
Κι άλλο δεν είναι ανάμεσα σε εκκρεμή
από να λάμνεις και να μετράς ως το μηδέν
κατά που θα 'σαι η φυτεία των μαχαιριών
ή των μακαρισμών εκείνο το ιδιόμελο
που λέω αιώρα: φτάνει πια
παραδοθείτε σε νυχτερινό καρχαρία.

(1972)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Perfecta




Φιγούρα πλάι στον άνεμο με δυο θανάσιμα φεγγάρια.
Το που στέγαζες πράγματα
υστέρα που πάλι πράγματα
κ’ υστέρα που προχώρησες μέσα στα πράγματα
και που σαν έφτασες ως τους πυρήνες
δεν είχες άλλη κβάντωση.
Θυμόσουν μόνο τα χειρόκτια τα Επιφάνεια
την παρθένο αντιλόπη χαμένη μες στους πάγους
κ’ εκείνο το χαμόγελο στο φεγγίτη του μουσείου
σαν ειρωνική ημισέληνος, ποτέ αφή.
Ύστερα –είναι κι αυτός ό χρόνος βλέπεις
που χώνεται στα πόδια μας–
άνοιξε ή τρύπα στα ύφαλα
το μέγιστο ναυάγιο πολτώδες
σαν το εδώ και σαν το τώρα των αρχιερέων.

Πότε με τέτοια τελειότητα και πού
δοθήκανε στις μνήμες οι λεμβούχοι;

(1972)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Τροχιά




Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.
Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.
Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.

(1972)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Διήγηση (απόσπασμα)




4
Τελευταίος γύρος οι εσχατιές. Εσύ που επέμενες θερίζοντας λογισμό και λόγο' εσύ θερίζοντας. Πέρα και πέρα ο χώρος άδειο σπίτι. Ένα ένα τού παίρνανε τα έπιπλα' αηδιασμένος παράδωσε στο τέλος και το μεγαλείο του. Τι παλιατζήδες. Εσύ επέμενες πως χάνει η αίσθηση αίμα συνέχεια. Αδύνατον να παραδεχτείς τι θα πει πεδιάδα.
Ξάφνου (ω δίοπε κάπου Νοέμβριος) στο κλιμακοστάσιο το κεφάλι κόπηκε. Σκαλί σκαλί από τον έκτο πήρε να κατρακυλά την επικράτεια. Στον πέμπτο με Ηράκλειτο εκπνέοντας. Στον τέταρτο με Ρωμανό. Στον τρίτο εκείνη η χάρτα του Ατλαντικού τα ασυνάρτητα για δικαιώματα, η διακήρυξη ως το δεύτερο. Στον πρώτο λίγα του Μακρυγιάννη ακόμα, ως το ισόγειο, έτσι. Εκεί με το ως πότε παληκάρια... ξεψύχησε. Αυτά.

(1972)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Έκτωρ Κακναβάτος: Απόγονος βραχογραφίας (απόσπασμα)




2
Άνυδρα εικοσιτετράωρα στο μάκρος
της ξερολιθιάς μάνα μου μάνα μου
κ' εσύ αχανής
μ' έξι φτερά ξοπίσω από κουρούνες.
Εγώ χαμένος στα πρανή μην ξέροντας
πάρεξ να πελεκώ αρχέτυπα
στη γλώσσα μου του θάμπους
την όψη μου είπες να φορώ των αρχαγγέλων.
Πότε; για ποιόν;
Και πού χωράω άτμητος
απόγονος βραχογραφίας;

(1971)


ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Καρούζος: Ρομαντικός επίλογος




Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα …
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.


ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ (1969)




Ευριπίδης Κλεόπας: [οι κάβοι η θάλασσα]




Η'

οι κάβοι η θάλασσα
οι σιδεριές
μελαχρινά ψαράδικα
σφουγγάρια
                       ενάλιοι πληθυσμοί
χωρίς λιμάνι
χαϊδεύω τα φύκια μαλλιά σου
το κασσετόφωνο βαριά λαϊκά
καθώς αφρόσκονη οι βολβοί
                                                     των ματιών μου
αλάτι επιτραπέζιο
φεγγίζει φώσφορος στη θάλασσα
γυναίκες λαϊκές πνίγονται στο μώλο
κι ο πράσινος πάτος
μαύρες κηλίδες       σκιές ναυαγών
οι γλάροι σκέψεις
αφήνουν το μυαλό
κι η άμμος τα κίτρινα δάχτυλα.


ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΑ ΤΟΠΙΑ (1986)

Ευριπίδης Κλεόπας: [Τοπίο Ναπάλμ]




Ε'

Τοπίο Ναπάλμ
νυχτερινές βόμβες
κόκκινα χέρια
                       μεταϊστορικά
πυρηνική χλομάδα
η άβυσσος των προαστίων
κίτρινη βροχή
ενάλιοι συνοικισμοί
σαν λευκά χείλη
                            ουδέτερα
ομόφυλοι έρωτες
στις κοραλλιογενείς λεωφόρους
του μετρό
αλλόφυλοι εισβολείς
                                   εσπερινοί
γαλάζιοι
στους ποδοσφαιρικούς αγώνες
                                               ουράνιο 238
τρέχει απ' τα δάχτυλα
της μαρμάρινης
                             ομορφιάς σου.


ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΑ ΤΟΠΙΑ (1986)

Γιώργος Λάνθιμος