Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Σολωμός: Το ελληνικό καράβι




Απ’ τα μικρά καράβια, πούχε θρόνο η νίκη,
οι γενναίοι μας βγαίναν στ’ άρματα βροντώντας
στη στέρεη γη, που λίγο πριν τόσο σκιρτούσε.
Οι φωνές ήταν, στο χαιρέτισμα που ακούαν,
ωσάν τρικυμισμένης θάλασσας, και ξάφνου
η γη κι ο κουρνιαχτός της Όλυμπος γινόνταν
αδιήγητης χαράς· και με φωνές και κλάμα
κατά το θεϊκό κεφάλι των ηρώων
τα χέρια τους απλώναν ν’ αρμονίσουν λόγια
άξια για στόμα μελωδών, γιατί καθένας
την ψυχή του γροικούσε όλη ψυχές γεμάτη.
Και τα παιδάκια και οι σεμνές, που από τον ήλιο
κι απ’ τα μάτια κρυβόνταν, δέσποινες Ελλήνων,
τα παράθυρα επιάναν και σκορπούσαν άνθη
με χέρια πούλεγες πως ήταν της Αυγούλας.
Τη νίκη, ω Ψάλτη, μ’ αυτόν κάποτε τον τρόπο
εστεφανώναν, αλλά συ με το τραγούδι
πρόσφερε τώρα σ’ άλλη νίκη άλλο στεφάνι.
Ωραία και μεγάλη είναι η ψυχή του ανθρώπου.
Σ’ ουρανού γέλιου σκέπη, που δεν έχει γνέφι,
για να συντύχουν σταματούν εδώθεν ένα
Ελληνικό καράβι, έν’ Αγγλικό αποκείθε.
Ρωτά της θάλασσας ο άρχοντας· Πού τρέχεις
Και το ξαρμάτωτο καράβι του αποκρίθη·
Από τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνω.
—Πάψ’ ευθύς κι ακολούθα μ’ όπου κι αν σε σύρω,
συ που απ’ τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνεις.—
Μια στιγμή ’ταν εκείνη, μια στιγμή μονάχη,
αλλά πλιά ’κεί γη, κύμα κι ουρανός δεν ήταν,
ουδέ θεός κανείς, και μόν’ η Ελευθερία,
μέσα σ’ αυτά τα στήθη ολόσωμη στημένη,
με λογισμούς μεγαλοδύναμους και πλήθιους
εμιλούσ’ εκεί μέσα κι αναγάλλιαζ’ όλη,
Ωσάν του ωκεανού μέσα στη μέση ο ήλιος.
Και σ’ όλους ένα εστάθη κίνημα και μόνο.
Σε λίγην ώρα ευθύς ομόφωνοι ενωθήκαν
όλοι μ’ άκρα σιωπή, προσηλωμένοι όλοι,
με τα μάτια π’ αστράφταν, το δαδί τα’ ολόρθο,
στο πέλαγο, που μέγα θα σε δεχθή σε λίγο,
τα ιερά της τιμής κορμιά καταστρεμμένα.
Και πλιά κοντά ’κεί στέκει στη μπαρούτη η σπίθα,
αλλά γοργά η φωνή του Άγγλου εμπόδισέ την.
Τώρ’ αν συ τραγουδήσης την ευγένεια εκείνου
πούδειξε δυνατή ψυχή, και την ευγένεια
τ’ Άγγλου , που την καρδιά του έστρεψ’ εκεί που πρέπει,
σα σε δικό του αναγαλλιάζοντας στο θείο
κίνημα, μια φωνή θα σηκωθή να λέει·
Χαίρε αθάνατης χώρας δοξασμένο τέκνο,
όπου μέγα το άσμα και το έργο εστάθη
άπαυτα στες καλές και στες ενάντιες τύχες,
όπου η πέτρα η καλή και το ξερό χορτάρι,
όπου βάρβαρος είχα φθάση και δεν είμαι.


Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.


Από το βιβλίο: «Διονυσίου Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα»,
Πρόλογος και μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου,
Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984, σσ. 31 και 33.


alonakitispoiisis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου