Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Harold Norse: We Bumped Off Your Friend The Poet




Based on a review by Cyril Connolly, Death in Granada, on the last days of Garcia Lorca, The Sunday Times (London), May 20, 1973


We bumped off your friend the poet
with the big fat head this morning

We left him in a ditch

I fired 2 bullets into his ass
for being queer

I was one of the people
who went to get Lorca
and that’s what I said to Rosales

My name is Ruiz Alonzo
ex-typographer
Right-wing deputy
alive and kicking
Falangist to the end

Nobody bothers me
I got protection
The Guardia Civil are my friends

Because he was a poet
was he better than anyone else?

He was a goddamn fag
and we were sick and tired
of fags in Granada

The black assassination squads
kept busy
liquidating professors
doctors lawyers students
like the good old days of the Inquisition!

General Queipo de Llano
had a favorite phrase
“Give him coffee, plenty of coffee!”
When Lorca was arrested

we asked the General what to do

“Give him coffee, plenty of coffee!”

So we took him out in the hills and shot him
I’d like to know what’s wrong with that
He was queer with Leftist leanings

Didn’t he say
I don’t believe in political frontiers?

Didn’t he say
The capture of Granada in 1492
by Ferdinand and Isabella
was a disastrous event?

Didn’t he call Granada a wasteland
peopled by the worst bourgeoisie in Spain?

a queer Communist poet?

General Franco owes me a medal
for putting 2 bullets up his ass


San Francisco, 1973

Harold Norse: The Queer Killers




He is looking for peace
& freedom? Kick the fag
in the nuts. Says he wants
Love & Beauty? Bash
out his brains: they’re not
doing him much good.
He’s a loser. Queer.
Shut his eyes for the last
time. The fag says
he’s a poet. That
figures. Break the fag’s
goddam ass. Let him go on
writing about a broken
face & two crushed balls.
The law won’t touch us, chum.


Venice, CA, circa 1970

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Νίκος Καρούζος: Λυρική ωμοπλάτη


Από αριστερά: Μανόλης Πρατικάκης, Νίκος Καρούζος, Αντώνης Φωστιέρης

Καθέσπιτο και συφορά καθέσπιτο και γλύκα.
Κι όλος ο κόσμος μουσική κατάσταση.
Χερουβικό στο σούρουπο πτηνό, λευκή μου χήνα,
το πτέρωμα σου στρώματα σοφά κι ακούω τη μουσική τους
την όμορφη δομή τους χαίρομαι, τη γη ξαναγνωρίζω
που την πατείς με πάτημα βελούδινο
και στου χωμάτου αγάλλομαι την ίδια
τραγουδιστή δομή και βάρβαρη αλληλουχία.
Συνεχίζω τις εξοφλήσεις μου σε βιολογικό νόμισμα.

André Breton: Φασματικές στάσεις




Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δυό φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέσα μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά
  σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ’ αρώματα
Μιά μέρα μιά γυναίκα μπήκε μέσα
Αυτή η γυναίκα έγινε τόσο στιλπνή που δε μπόρεσα να την δω
Με τα μάτια που δεν είδαν εμέ τον ίδιο να καίγεται
Είχα ήδη αυτή την ηλικία που έχω
Και επαγρυπνούσα στον εαυτό μου στη σκέψη μου σαν
  νυχτοφύλακας σε μιά πελώρια φάμπρικα
Μόνος φύλακας
Η πλατεία εμάγευε πάντοτε τους ίδιους τροχιοδρόμους
Οι γύψινες μορφές δεν είχαν χάσει τίποτε από
  την έκφρασή τους
Δαγκάναν το σύκο του χαμόγελου
Ξέρω μια στόφα σε μια πολιτεία εξαφανισμένη
Αν μου άρεζε να εμφανισθώ μπροστά σας ντυμένος με
  αυτήν τη στόφα
Θα νομίζατε πως πλησιάζει το τέλος σας
Καθώς και το δικό μου
Στο τέλος τα συντριβάνια θα καταλάβαιναν πως δεν πρέπει
  να λέμε Συντριβάνι
Τους λύκους τους προσελκύουν με καθρέφτες από χιόνι
Έχω μιά βάρκα χυμένη απ’ όλα τα κλίματα
Παρασύρομαι από ένα παγόβουνο με φλογάτα δόντια
Κόβω και τσακίζω το ξύλο του δέντρου που θά ’ναι
  πάντα πράσινο
Ένας μουσικός μπλέκεται στις χορδές του οργάνου του
Το Μαύρο Περίπτερο της εποχής καμιάς παιδικής ιστορίας
Πλησιάζει ένα σκάφος που δεν είναι παρά το φάντασμα
  του ιδικού του
Ίσως να υπάρχει μιά λαβή σε αυτό το ξίφος
Μα σε αυτή τη λαβή υπάρχει ήδη μιά μονομαχία
Που κατά τη διάρκειά της αφοπλίζονται οι δύο αντίπαλοι

Οι κουρτίνες που ποτέ δεν τραβήχτηκαν
Πλέουν στα παράθυρα των σπιτιών που θα κτισθούν
Τα κρεβάτια τα παλιωμένα απ’ όλα τα κρίνα γλιστρούν
  κάτω απ’ τις λάμπες από δρόσο
Θα έλθει ένα βράδυ
Οι από φως χρυσίτες ακινητούν κάτω απ’ την κυανήν χλόη
Τα χέρια που δένουν και λύνουν τους κόμπους του έρωτος
Διατηρούν όλη τους τη διαφάνεια για όσους βλέπουν
Και βλέπουν τα φοινικόφυλλα επάνω στα χέρια
Τις κορώνες μέσα στα μάτια
Μα η ανδρικιά των κορωνών και των φοινικοφύλλων
Ανάβει μόλις ανάβει στα πιο βαθειά του δάσους
Εκεί που τα ελάφια σκύβοντας εγκατοπτρίζουνε τα χρόνια
Δεν ακούγεται παρά ένας αδύνατος χτύπος
Απ’ όπου βγαίνουν χίλιοι κρότοι πιο ελαφροί ή πιο υπόκωφοι
Και αυτός ο χτύπος διαιωνίζεται
Υπάρχουν φορέματα που δονούνται
Και η δόνησή τους συγχρονίζεται με αυτόν το χτύπο
Μα όταν θέλω να δω το πρόσωπο αυτών που τα φορούν
Μιά μεγάλη ομίχλη σηκώνεται από τη γη
Στο κάτω μέρος των καμπαναριών πίσω από τις πιο κομψές
  δεξαμενές ζωής και πλούτου
Στα φαράγγια που σκοτεινιάζουν ανάμεσα σε δυό βουνά
Στη θάλασσα την ώρα που δροσίζει ο ήλιος
Τα πλάσματα που μου κάνουνε νόημα τα χωρίζουν άστρα
Και ως τόσο η άμαξα που σύρεται με καλπασμό
Παρασύρει ώς και τον τελευταίο μου δισταγμό
Που με προσμένει εκεί πέρα στην πολιτεία όπου
  τα μπρούτζινα και τα πέτρινα αγάλματα αλλάξανε θέσεις
  με τ΄ αγάλματα από κερί
Βαγιάνοι βαγιάνοι



Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.
Από το βιβλίο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου «... δεν άνθισαν ματαίως – Ανθολογία Υπερρεαλισμού» Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1980, σελ. 274 -276.


Πηγή

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

André Breton: Vigilance (Επαγρύπνηση)




À Paris la tour Saint-Jacques chancelante
Pareille à un tournesol
Du front vient quelquefois heurter la Seine et son ombre glisse imperceptiblement
  parmi les remorqueurs
À ce moment sur la pointe des pieds dans mon sommeil
Je me dirige vers la chambre où je suis étendu
Et j'y mets le feu
Pour que rien ne subsiste de ce consentement qu'on m'a arraché
Les meubles font alors place à des animaux de même taille qui me regardent
  fraternellement
Lions dans les crinières desquels achèvent de se consumer les chaises
Squales dont le ventre blanc s'incorpore le dernier frisson des draps
À l'heure de l'amour et des paupières bleues
Je me vois brûler à mon tour je vois cette cachette solennelle de riens
Qui fut mon corps
Fouillée par les becs patients des ibis du feu
Lorsque tout est fini j'entre invisible dans l'arche
Sans prendre garde aux passants de la vie qui font sonner très loin leurs 
  pas traînants
Je vois les arêtes du soleil
À travers l'aubépine de la pluie
J'entends se déchirer le linge humain comme une grande feuille
Sous l'ongle de l'absence et de la présence qui sont de connivence
Tous les métiers se fanent il ne reste d'eux qu'une dentelle parfumée
Une coquille de dentelle qui a la forme parfaite d'un sein
Je ne touche plus que le coeur des choses je tiens le fil


***


Στο Παρίσι κλονιζόμενος ο πύργος του Αγίου Ιακώβου
Όμοιος με ηλιοτρόπιον
Χτυπά καμιά φορά με το μέτωπό του τον Σηκουάνα και η σκιά του
  γλιστρά ανεπαίσθητα ανάμεσα στα ρυμουλκά
Την στιγμήν εκείνην ακροποδητί μέσα στον ύπνο μου
Κατευθύνομαι προς την κάμαρα όπου είμαι ξαπλωμένος
Και βάζω φωτιά
Δια να μη μείνει τίποτε από την συγκατάθεσι που μου απέσπασαν
Τα έπιπλα τότε κάνουν τόπο σε ζώα ίσου μεγέθους που με
  κοιτάζουν αδελφικά
Λεοντάρια που στις χαίτες τους αποκαίονται οι καρέκλες
Σέλαχοι των οποίων η άσπρη κοιλιά συγχωνεύει το τελευταίο
  ρίγος των σεντονιών
Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
Βλέπω να καίγουμαι κι εγώ με τη σειρά μου βλέπω αυτήν την
  κατανυκτική κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων
Που υπήρξε το κορμί μου
Και που την ψάξαν υπομονετικά ράμφη πύρινων ίβιδων
Όταν όλα τελειώνουν μπαίνω αόρατος μέσα στην αψίδα
Χωρίς να προσέχω τους περαστικούς της ζωής που κάνουν
  ν’ αντηχούν πολύ μακριά τα σερνάμενά τους βήματα
Βλέπω τα ψαροκόκαλα του ήλιου
Ανάμεσα από την λευκάκανθα της βροχής
Ακούω να ξεσχίζεται τ’ ανθρώπινο πανί σαν ένα μεγάλο φύλλο
Κάτω από το νύχι της απουσίας και της παρουσίας που είναι
  συνένοχες
Όλοι οι ιστοί μαραίνονται δεν μένει παρά μια μυρωμένη δαντέλα
Ένα κογχύλι από δαντέλα που έχει τέλειο σχήμα ενός μαστού
Δεν αγγίζω πια παρά την καρδιά των πραγμάτων κρατώ
  το νήμα



Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.

Από το βιβλίο: Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία γαλλικής ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σελ. 195-196.


Πηγή

André Breton: Les écrits s'en vont (Τα γραπτά φεύγουν)




















Le satin des pages qu'on tourne dans les livres moule une femme
  si belle
Que lorsqu'on ne lit pas on contemple cette femme avec tristesse
Sans oser lui parler sans oser lui dire qu'elle est si belle
Que ce qu'on va savoir n'a pas de prix
Cette femme passe imperceptiblement dans un bruit de fleurs
Parfois elle se retourne dans les saisons imprimées
Et demande l'heure ou bien encore elle fait mine de regarder des
  bijoux bien en face
Comme les créatures réelles ne font pas
Et le monde se meurt, une rupture se produit dans les anneaux d'air
Un accroc à l'endroit du coeur
Les journaux du matin apportent des chanteuses dont la voix a la
  couleur du sable sur des rivages tendres et dangereux
Et parfois ceux du soir livrent passage à de toutes jeunes filles qui
   mènent des bêtes enchaînées
Mais le plus beau c'est dans l'intervalle de certaines lettres
Où des mains plus blanches que la corne des étoiles à midi
Ravagent un nid d'hirondelles blanches
Pour qu'il pleuve toujours
Si bas si bas que les ailes ne s'en peuvent plus mêler
Des mains d'où l'on remonte à des bras si légers que la vapeur des
   prés dans ses gracieux entrelacs au-dessus des étangs est leur
   imparfait miroir
Des bras qui ne s'articulent à rien d'autre qu'au danger exceptionnel
   d'un corps fait pour l'amour
Dont le ventre appelle les soupirs détachés des buissons pleins de
   voiles
Et qui n'a de terrestre que l'immense vérité glacée des traîneaux de
   regards sur l'étendue toute blanche
De ce que je ne reverrai plus
A cause d'un bandeau merveilleux
Qui est le mien dans le colin-maillard des blessures.


***


Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
  μια γυναίκα τόσο ωραία
Που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
Χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως είναι
  τόσο ωραία
Που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
Καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
Και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα κατάματα
Όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
  του αέρος
Ένα σχίσμα στην θέσι της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει το
  χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
Και καμιά φορά οι βραδυνές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
  κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων γραμμάτων
Όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι αφανίζουν
  μια φωλιά λευκών χελιδονιών
Για να βρέχει πάντοτε.
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να σμίξουν.
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
  των λειβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
  από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
Μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον εξαιρετικό
  κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
Του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από θάμνους
  γιομάτους πέπλους
Και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
  αλήθεια των ελκύθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης εκτάσεως
Αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
Εξ αιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
Που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων.


Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.
Από το βιβλίο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, "... δεν άνθησαν ματαίως - Ανθολογία Υπερρεαλισμού", Νεφέλη, Αθήνα 1980, σελ. 277-278.


Πηγή

André Breton: Εγώ είμαι ανοίξετε




Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθήσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Εις ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες
Κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.



Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.
Από το βιβλίο: «Ανθολογία της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ποιήσεως», Εκλογή και επιμέλεια Κλέωνος Β. Παράσχου, Πρόλογος Νάσος Βαγενάς, Παρουσία 1999, σελ. 171-172.


Πηγή

Νάνος Βαλαωρίτης: Στη διστακτική μου ερωμένη




Αν είχαμε Χρόνο και Κόσμο αρκετό μπροστά μας
Δεν θα ’ταν έγκλημα κυρά μου οι δισταγμοί σου
Θα αποφασίζαμε πού θα πηγαίναμε να περάσουμε
Την Ατέλειωτη Μέρα της Αγάπης μας
Εσύ στου Ινδού Γάγγη ποταμού την όχτη
Θα ψάρευες Ρουμπίνια. Εγώ στην άμπωτη
Του Άμπερ θα θρηνούσα. Θα σ’ αγαπούσα
Δέκα χρόνια πριν απ’ τον Κατακλυσμό.
Κι εσύ αν ήθελες θα μ’ αρνιόσουνα
Ίσαμε των Εβραίων τη Βάπτιση
Η φυτική αγάπη θα μεγάλωνε
Μεγαλύτερη από Αυτοκρατορία και πιο αργή.
Εκατό χρόνια θα πήγαιναν σ’ επαίνους
Των Ματιών σου και το Μέτωπό σου
Να θωρώ. Άλλα διακόσια να Λατρεύω
Το κάθε σου Βυζί και τριάντα
Χιλιάδες χρόνια για όλα τα υπόλοιπα.
Μια εποχή για κάθε μέρος του κορμιού σου
Και η Τελευταία Εποχή θα ’δειχνε την Καρδιά σου
Γιατί Κυρά μου μια τέτοια Θέση σου αξίζει.
Δεν θα σ’ αγαπούσα για μια φθηνότερη Τιμή
Μα πίσω από την πλάτη μου διαρκώς ακούω
Του Χρόνου το δρεπανηφόρο άρμα γρήγορα
Να καλπάζει κι απέραντη μπροστά μας
Ν’ απλώνεται η Έρημος της Αιωνιότητας.
Η ομορφιά σου ποτέ πια δεν θα ξαναγίνει
Ούτε στα μαρμάρινό σου μνήμα θ’ αντηχήσει
Το τραγούδι μου. Τότε τα σκουλήκια θα γευτούν
Την τόσο ζηλότυπα φυλαγμένη Παρθενιά σου
Κι η πολύτιμη Τιμή σου θα ’ναι σκόνη.
Κι ο δικός μου ολόκληρος ο Πόθος στάχτη.
Ο Τάφος είναι μια πολύ ωραία και ήσυχη γωνιά
Μα κανείς μέσα εκεί θαρρώ δεν αγκαλιάζει.
Τώρα λοιπόν όσο το ζωηρό χρώμα της νιότης
Ροδίζει στο δέρμα σου όπως η πρωινή δρόσος
Κι ενόσω η πρόθυμη ψυχή σου βγάζει
Από τον κάθε πόρο σου έντονες φωτιές
Ας απολαύσουμε ακόμα όσα προλάβουμε
Και τώρα αμέσως σαν όρνια ερωτικά
Ας καταβροχθίσουμε το Χρόνο Εντελώς
Ας μην αργοπορούμε στις αργές δαγκάνες του
Ας τυλίξουμε όλη τη ζωτικότητα
Και τη γλύκα μας σε μια Σφαίρα
Ο ένας τον άλλο ηδονικά σκίζοντας
Μια άγρια πάλη μες στις Σιδερένιες
Πόρτες της Ζωής. Έτσι και αν δεν καταφέρουμε
Να σταματήσει ο Ήλιος, θα τον υποτάξουμε


«ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟΝ ΑΝΕΠΙΔΟΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»
(Ποιήματα 2002 – 2006)
Μετάφραση του ποιήματος: To my Coy Mistress - Andrew Marvell


***


Η Marie Wilson-Βαλαωρίτη (1922-2017), ήταν σπουδαία ζωγράφος και κεραμίστρια του κύκλου των Σουρρεαλιστών, σημαντική φίλη των Αντρέ και Ελίσας Μπρετόν, Βόλφγκανγκ Πάαλεν και πολλών άλλων ενώ συνεργάστηκε στο στούντιο με τον Πικάσο.
Ο Μπρετόν αναγνώρισε το ταλέντο της και συμπεριέλαβε τη δουλειά της σε μια έκθεση στο Παρίσι ενώ δημοσίευσε έργα της στο περιοδικό του "Surréalisme Même". Έλαβε μέρος σε μια πολύ σημαντική έκθεση για τον Σουρρεαλισμό στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, στο Κέντρο Πομπιντού, στο Παρίσι το 1991.Ένιωθε έντονα πως όταν ζωγράφιζε, μια έντονη κοσμική αρμονία η οποία εκφράζονταν μέσω της συμμετρίας, παρουσιάζονταν μέσω των έργων της στον κόσμο.

Marie Wilson-Valaoritis (1922-2017) was a painter and ceramic artist in the circle of the Surrealists, a great friend of Andre and Elisa Breton, Wolfgang Paalen and many others, having also worked in the studio of Picasso. Breton, who recognized her talent, included her in an exhibition in Paris and published her in his magazine, Surréalisme Même.
She took part in an important exhibition on Surrealism in the modern art museum at the Pompidou Centre, Paris in 1991.
She strongly felt that while working, a great cosmic harmony that is expressed in symmetry was coming through her into the world.

Έργο: Marie Wilson (USA, b. 1922-2017).
13.- The Palace of King Chaos, 1952-1954, Paris.
Oil on board (35 x 27).



Πηγή

Henry Miller: «Η Ελλάδα χάθηκε και πάλι σ’ αυτό το πηγάδι της εμπειρίας»




Αναΐς,

Δύο εβδομάδες στη θάλασσα και είναι λες και μια αυλαία έπεσε πάνω στο πρόσφατο παρελθόν. Η Ελλάδα χάθηκε και πάλι σ’ αυτό το πηγάδι της εμπειρίας. Κάτι μου συνέβη εκεί, αλλά ό,τι και αν ήταν δεν μπορώ να το επεξεργαστώ τώρα.

Δεν βρίσκομαι μεσοπέλαγα – είμαι ήδη στην Αμερική. Η Αμερική ξεκίνησε στον Πειραιά, από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο πλοίο. Η Ελλάδα άρχισε να σβήνει αμέσως, να πεθαίνει μπροστά στα μάτια μου. Το τελευταίο πράγμα που εξαφανίστηκε είναι το φως, το φως πάνω από τους λόφους, ένα φως που δεν ξαναείδα ποτέ πριν, το οποίο ούτε καν θα μπορούσα να είχα φανταστεί εάν δεν το είχα δει με τα μάτια μου. Το απίστευτο φως της Αττικής! Αν μπορέσω να διατηρήσω έστω και την ανάμνησή του, τότε αυτό αρκεί. Εκείνο το φως αντιπροσωπεύει για μένα την ολοκλήρωση των επιθυμιών και των εμπειριών μου.

Μέσα του είδα τη φλόγα της ζωής μου να σπαταλιέται από τη φλόγα του κόσμου. Όλα φαίνονταν να καίγονται και να γίνονται στάχτη και η στάχτη αυτή διυλιζόταν και σκορπιζόταν στον αέρα. Δεν βλέπω τι περισσότερο απ’ αυτή την εμπειρία θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε άλλη χώρα, οποιοδήποτε άλλο τοπίο. Όχι μόνο να νιώθεις μέρος, αρμονικά, αυτής της ζωής, αλλά να μπορείς και να σωπαίνεις. Αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη εμπειρία που γνωρίζω.

Ένας θάνατος, αλλά ένας θάνατος που ντροπιάζει τη ζωή. Και τώρα, στο καράβι, στη μέση του αμερικανικού ορίζοντα, νιώθω λες και ζω με ανθρώπους που ακόμη δεν έχουν γεννηθεί, με τέρατα που ξέφυγαν από τη μήτρα πριν την ώρα τους. Δεν έχω πλέον επαφή με τίποτα. Αμυδρά μόνο θυμάμαι πως πριν από λίγο καιρό ήμουν ζωντανός, ζωντανός μέσα στο λιοπύρι. Τώρα, ένα άλλο φως δυναμώνει μέσα μου. Σαν μια αντανάκλαση από ένα ψυχρό μηχανικό κάτοπτρο. Το σπίτι είναι σκοτεινό. Μόνο η σκηνή φωτίζεται. Η αυλαία ανεβαίνει…

Χένρι


diastixo.gr

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Γιατί να διαβάζουμε τον Κέρουακ;




Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του.

Κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πάνω απ’ όλα

ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.


Ανήμερα του Τζακ, 21/10/2009

«Της Ελλάδας το ποτήρι είναι μισογεμάτο»





Γιώργος Κοροπούλης / Italo Calvino (Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία - Ελαφρότητα)




























Διονύσης Καψάλης: [Ο στίχος να ’ναι πιο απλός]




Ο στίχος να ’ναι πιο απλός
και πιο βαθύς – σαν σιωπηλός,

εδώ που ο τόπος σου σε ξέρει·
γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,

σαν από κίνημα χεριού
στην πόρτα του καλοκαιριού,

σαν από φόρεμα σε μια
στροφή χορού με γιασεμιά,

που πέφτουν και ριγούν οι κλώνοι
σε περιβόλι που αναρρώνει·

και να γυρνάς εδώ που γέρνει
χλωρό απόγευμα και φέρνει

δροσιά με λύπη και συμπόνια·
μα πως να πεις: εξήντα χρόνια;

Διονύσης Καψάλης






Ηλίας Λάγιος: Ο Φατούρος




Ο Κοροπούλης ο Γιωργής κι ο Νιόνιος του Καψάλη
κι ο Λάγιος του Κωστή
τα μεσημέρια εσούρωναν (καθείς κι ένα ρεμάλι)
στη Σίνα εκεί ψηλά, στο «Κοπερτί».

Κι εκεί απαγγέλλαν Σολωμό σ’ όποια ενδημούσα κόρη
—ξεφτίλα φοβερή!—
και να, σε λίγο βλέπανε τον Βάγγο τον Μπιτσώρη
να σέρνει τον Φατούρο του στουπί.

Με τον γραμματολόγο ευθύς και με τον νέο Φελίνι
βραχνά να τραγουδούν,
«Χίλια εννιακόσια» πήγαιναν, που της Μαρίας το μίνι
έκαμνε τους λαιμούς να ξεραθούν.

Και βλαστημώντας η Μαρία τη μαύρη μέρα που ’ναι,
τη μοίρα την κακή,
σε μια γωνιά τους έβαζε κρυφή, να μην τους δούνε
κι έτσι ξεφτιλιστεί το μαγαζί.

Κι ως να φτιαχτούν και να σιαστούν και να τους τα σερβίρουν
κοκταίηλς και ποτά,
κι αυτοί ψιλολουφάζανε, μην τύχει και τους δείρουν
μ’ αιτία τα βερεσέδια τα πολλά.

Μα τη γουλιά ως κατέβαζε την πρώτη και βεβαίως
τελείως γινόταν γκολ,
ξεσάλων’ o Φατούρος πια κι έτσι άκουγε ο μοιραίος
ακόμη και τον Μότσαρτ ροκ εντ ρολ.

Και λίγο λίγο αρχίζοντας για τη χριστιανοσύνη
τραυλά να τους μιλά
όλο και δεν παρέλειπε το μάτι του να κλείνει
σ’ όποιαν ορθοβυζάτη κοπελιά.

Kι εκείθε που όλοι πάγωναν, τέτοιο τρανό ρεζίλι
βλέποντας να κινά,
τον Γκαίρινγκ ως θυμότανε, σήκωνε το μαντίλι
και σκούπιζε τα δάκρυα τα καυτά.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοιες σούρες να ’ναι
ευέξαπτοι κι αυτοί,
τ’ αριστερά τους ένστικτα άκουαν να ξυπνάνε
κι αισθάνονταν αντάρτες τρομεροί·

κι ευθύς τον Βάγγο Ντεριντά, τον Σαίξπηρ τον Διονύση,
τον Κίρκεγκααρντ Γιωργή
έβλεπες τον Φατούρο τους στη μέση να ’χουν στήσει
και σαν γυναίκα να τον βρίζουνε κοινή.

Κι όποιος ακόμη απ’ το πολύ μεθύσι δεν μπορούσε
ν’ ακούσει και να δει,
κι αυτός κρυφομαντεύοντας στα γέλια σπαρταρούσε
(μιλάμε για τον Λάγιο του Κωστή).

Κι ο Νίκος, συνονθύλευμα σχιζοφρενείας και τρέλας
—μεγάλε Νικολή!—
επέμενε — κι εθαύμαζες και τον επεριγέλας
πως έσμιγε στο ουίσκι το κρασί…

Μα εκείθε που ο λογαριασμός έφτανε πια στα ύψη
κι οι τσέπες αδειανές,
σ’ όλων κινούσε τις ψυχές και τις καρδιές μια τύψη
που αφήσαν τις συζύγους μοναχές.

Καθώς η νύχτα ήταν βαθιά κι είχαν οι γκομενίτσες
γκόμενο στο πλευρό,
μετάνιωνεν ο Νικολής κι άρχιζεν αγκαλίτσες
κι έδινε και φιλάκι ρουφηχτό

στη Νίκη τη Φραντσέζα μας (το βρόμικο ρεμάλι!)
και σκύβοντας στους τρεις
τους σουρωμένους του υβριστές, οπού ’χαν το κεφάλι
βαρύ σαν να περνούσ’ οτομοτρίς,

τους έλεγε (ο μεθύστακας!) πως δεν ήταν η τάξη
η Σόλωνος να δει
ποιητές, εκδότες, κριτικούς (που δεν τα ’χουν αρπάξει)
σαν τον Φατούρο να μην στέκονται ορθοί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, στα γύρω τραπεζάκια
κουνάαν τις κεφαλές
και κλαίγαν για το φέσι τους οι μπάρμαν, και φιλάκια
σκόρπαγε ο Νικολής στις θηλυκές.

Μες στων πολυελαίων το φως η Πόπη του χυμούσε
(πού το ’χε μυριστεί;)
κι όλοι λουφάζαν, κι απ’ τ’ αυτί βρίζοντας τον τραβούσε
— και τ’ άλλα, μια ιστορία θλιβερή…

Γιάννης Τζώρτζης: [Απ' το τυφλό σκοτάδι του οράματος]




Απ' το τυφλό σκοτάδι του οράματος υποβρυχώμαι το θάνατο:
είναι μήνας Ιούλιος και το χιόνι της Ιρλανδίας μια
επώδυνη ανάμνηση. Ο ήλιος σπαράζει τα ονόματα, ο άνεμος
τη σιωπή των πεδιάδων και των ήσυχων λόφων. Κι
έρχεται πάλι η ώρα να κατέβουμε στη θάλασσα. Εδώ δεν
υπάρχει ζωντανό πλάσμα να τολμήσει το λόγο. Μα ούτε
κι ο λόγος ανοίγει το τρομαγμένο του κεφάλι του εδώ. Μόνο
κοιτάζοντας τα ψηλωμένα σύννεφα ανεβαίνει ο σκοτεινός
βυθός και σε τραβάει. Μαζί του χορεύουν ως το θάνατο
τα φονικά ταράγματα του ύπνου. Τώρα ο βυθός κανοναρχεί
και λάμπει. Ο χρόνος πλέον δεν είναι τίποτα,
τον υποτάσσει ανοίγοντας το στήθος.

Όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ Ἀειπλάνητος




Τὸν ἔβλεπα πρὸ χρόνων πολλῶν, καὶ τὸν ἐνθυμοῦμαι ὡσὰν ὄνειρον. Ἀλλὰ δὲν εἶχα γνωριμίαν μαζί του. Ἦτον καμαρότος τῆς πρώτης θέσεως εἰς τὰ βαπόρια τῆς «Ἑταιρείας». Ἦτο λίαν μεταδοτικὸς καὶ φιλάδελφος πρὸς ὅσους ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ, ἐπιβάτας μάλιστα τῆς κουβέρτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκουβαλοῦσε κρυφὰ ὅ,τι ἐπερίσσευεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τοὺς ἔφερνε ποτήρια νεροῦ ἀπὸ τὴν πρώτην θέσιν, καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνέσεις παρεῖχεν εἰς αὐτούς.

Ἦτον ἀπὸ τότε μὲ ἄσπρα μαλλιά, κ᾽ ἐφαίνετο ὡς γέρων ἤδη. Εἴκοσιν ἔτη ὕστερον, ὅταν ἐσχετίσθην μαζί του, εἶχεν ἀκόμη ἄσπρα μαλλιά, καὶ ἀρρυτίδωτον τὴν ὄψιν. Καθὼς μοῦ εἶπε, δὲν ἦτο παραπάνω ἀπὸ πενῆντα χρόνων.

Εἶχε πάρει σύνταξιν ἀπὸ τὴν «Ἑταιρείαν», δὲν ἠθέλησε «νὰ μβῇ στὸν κόσμο», κ᾽ ἐκοίταζε πῶς νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του· ἐν Ἀθήναις ἐσύχναζεν εἰς τοῦ Μακράκη. Ἐπειδὴ ἔτρεφε κάποιαν ὑπόληψιν εἰς ἐμέ, μὲ ἠρώτησε νὰ τοῦ εἴπω εἰλικρινῶς τί ἐφρόνουν περὶ Μακράκη καὶ Μακρακισμοῦ.

― Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κυρ-Γιάννη, τοῦ εἶπα, ὅτι πολλοὶ τῶν Μακρακιστῶν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ὁ Μακράκης θὰ ἦτον πολὺ καλὸς καὶ ὠφέλιμος… Ἀλλά, τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ, «νόμῳ καλόν, νόμῳ κακόν». Ἐάν, παραδείγματος χάριν, τὸ δεῖνα σπίτι ἐκηρύσσετο ἁρμοδίως ὑπὸ τῶν ἰατρῶν χολεριασμένον ἢ βλογιασμένον, θὰ εἶχες ποτὲ τὴν τόλμην νὰ πατήσῃς τὴν καραντίνα καὶ νὰ εἰσέλθῃς, εἰς αὐτό;

―Ὄχι, μοῦ εἶπε.

―Ἄλλο τόσον καὶ περὶ Μακράκη.

Οἱ ἁρμόδιοι, δηλ. ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸν ἐκήρυξε κακόδοξον καὶ αἱρετικόν. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, καὶ πρὶν ἀνώτερόν τι δικαστήριον, φέρ᾽ εἰπεῖν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ τ᾽ ἄλλα Πατριαρχεῖα, ἀκυρώσουν τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ κηρύξουν τὸν Μακράκην ὑγιαίνοντα περὶ τὴν πίστιν καὶ ὀρθόδοξον, πᾶς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ πειθαρχῇ εἰς τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἁμαρτωλοὶ εἶναι οὗτοι εἴτε ἅγιοι, καὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὸν Μακράκην. Ἄλλως, θὰ ἦτον ἀναρχία καὶ τίποτε ἄλλο.

Ἀκολούθως τὸν συνήντησα κατὰ τὸ θέρος εἰς Σ… ὅπου διέτριψα ἐπ᾽ ὀλίγον. Τρεῖς μῆνας ἔμεινα ἐκεῖ, τρεῖς διατριβὰς ἤλλαξε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ κυρ-Γιάννης ὁ Χρυσοβούλλης. Πρῶτον ἦτον πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, ἐναρέτου ἀσκητοῦ, εἰς ἓν κάθισμα, ἤτοι μέγα κελλίον, μοναχικὴν κατοικίαν μὲ πολλὰ δωμάτια. Ὁ εἰρημένος ἀσκητὴς ἐλέγετο μακρακίζων, καλῇ τῇ πίστει. Ἐντεῦθεν ἐνόησα ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν μοῦ εἶχε ζητήσει ὁ κὺρ Γιάννης, καὶ ἡ ὑπόληψις τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ἔτρεφε δι᾽ ἐμὲ ἦτο ὑπὸ τὸν ὅρον… νὰ συμφωνῶ μαζί του.

Ἐν τούτοις δὲν ἔμεινε πολὺν καιρὸν εἰς τὸ οἰκητήριον ἐκεῖνο. Τὸν δεύτερον μῆνα ἐπιάσθη καὶ ἐμάλωσε μ᾽ ἕνα συμπέθερόν του, διεκδικοῦντα κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κελλίου καὶ τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Τότε μετέβη εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, μονύδριον διαλελυμένον. Εἶτα ἔφυγεν ἐκεῖθεν, κ᾽ ἐπῆγε κ᾽ ἔβαλε μετάνοιαν εἰς τὸν Σωφρόνιον, τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ σεμνοπρεποῦς καὶ ὡραίου κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔμεινεν ἐκεῖ δύο μῆνας.

Εἶτα, ὅταν ἐγὼ ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας, ἔμαθα ὅτι ὁ κυρ-Γιάννης ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Κοινόβιον κ᾽ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κουνίστραν, παλαιὸν μοναστήριον ἀκατοίκητον, κ᾽ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁλομόναχος ἐπ᾽ ὀλίγας ἡμέρας.

Απαγγέλλει ο Θωμάς Γκόρπας







Γιώργος Κεντρωτής: Ο Διονύσιος Σολωμός ως εισηγητής εθνικής γλώσσας







Ο Γιώργος Κοροπούλης για τον Γεώργιο Βιζυηνό








Χρήστος Βακαλόπουλος: Όλγα Ρόμπαρντς






Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ναυαγίων ναυάγια




Πελώριον κῦμα, λυσσωδέστερον τῶν ἄλλων, ἐκορυφώθη οὐ μακρὰν τῆς ἀκτῆς, μανιῶδες παφλάζον, μετὰ ροίβδου φοβεροῦ ρηγνύμενον κατὰ τοῦ βράχου, ἀφῆσαν ὀπίσω τοὺς ἀσθενεστέρους του συντρόφους, ἀναλαβὸν δὲ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα, ὡς νὰ ἔτρεφεν ἀτομικὸν πάθος κατὰ τοῦ ἐλαφροῦ σκάφους, ἐλεεινοῦ φελλοῦ, περιφέροντος ἐν ἑαυτῷ, πρὸς τῇ συμφυεῖ ἐλαφρότητι τοῦ ξύλου, καὶ τὴν τρικέφαλον ἀνθρωπίνην κουφότητα τῶν ναυβατῶν. Σφοδρότατος Εὖρος εἶχεν ἀρχίσει νὰ φυσᾷ ἀπὸ τῆς δείλης, συρίζων λυσσωδῶς εἰς θαλάσσας καὶ ἠπείρους, συσφίγγων καὶ περιελίσσων ἐγγύθεν τὰ κύματα, ἐμβάλλων δίνας καὶ στροβιλισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος, πεδίον ἄπειρον ἀσπόνδου πολέμου, ὅπου δυσδιάκριτον ἦτο τό τε ὁρμητήριον καὶ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ὁρίζων εἶχε συσκοτασθῆ ἤδη πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ οὐρανὸς μολύβδινος, στυγνὸς καὶ ἀφεγγής, ἐκρέματο ὕπερθεν ἀγρίως μαινομένου πελάγους, ἄφωνος ἐπὶ βρέμοντος, ἀκίνητος ἐπὶ συνταραττομένου, ὡς θόλος σκοτεινοῦ τζαμίου ἐπὶ δαπέδου ὀρχουμένων δερβισῶν. Εἶτα κατῆλθε κατὰ μικρὸν ἡ νύξ, συγχέουσα καὶ συγκαλύπτουσα διὰ τῆς ἀμέτρου μαυρίλας της τὴν ἀταξίαν τῆς πλάσεως, κρύπτουσα ἐπάνω τοὺς ἀστέρας καὶ κάτω τὰς ἠπείρους καὶ τὰς θαλάσσας. Τρία ἄστρα ἔτρεμον ἄνω πρὸς βορρᾶν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε ἐπιφαινόμενα, ἕτοιμα νὰ πέσωσιν εἰς τὸ ἀτέρμον κράτος τοῦ Ποσειδῶνος νὰ ταφῶσι, καὶ ἄλλα δύο ἔφαινον πρὸς μεσημβρίαν, ἑτοιμόσβεστα, ὡς λύχνοι πενιχρᾶς καλύβης χωρικοῦ ἐν ἐνιαυτῷ ἀφορίας. Καὶ τὰ κύματα φρίσσοντα, ὀρχούμενα, λυσσῶντα, ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Καὶ ἓν κῦμα πελώριον, φουσκωμένον, ἑωσφορικόν, πλαταγίζον, ὀγκούμενον, ὡς νὰ εἶχεν εἰσέλθει κ᾿ ἐκρύπτετο ἔσω αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον τοῦ μίσους, φαντάζον οἱονεὶ ὑγρὸν κῆτος, προτεῖνον ἀφροὺς ἀντὶ ὀδόντων λευκῶν, συνέλαβεν ὡς διὰ πελωρίας ἁρπάγης, ἀπὸ τὴν πρύμνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῷραν, ἀπὸ τὴν τρόπιν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, τὸ μικρὸν σκάφος, καὶ φέρον τὸ ἔρριψεν ἐπὶ τοῦ βράχου, ὅπου μετὰ φοβεροῦ ροίβδου καὶ πολυκτύπου πλαταγισμοῦ ὁ ἀσθενὴς φλοιὸς κατασυνετρίβη, διὰ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τεμάχια εἰς τὰ πολλὰ μικρὰ κύματα, εἰς ἃ διελύθη ἐν ἀκαρεῖ τὸ ἕν, τὸ μέγα, τὰ ὁποῖα μετὰ φλοίσβου θωπευτικοῦ ἐδέχθησαν τὴν βοράν των.

Δὲν ἦτο ὅλως ἀπόκρημνος ἡ ἀκτή. Ἡ παραλία τοιαύτη οἵαν ἠδύνατό τις κατὰ τὴν ἐρεβώδη, τὴν ἄναστρον καὶ ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα νὰ τὴν διακρίνῃ, θὰ ἦτο γλυκεῖα καὶ φιλομειδὴς ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλίου, πρὶν πνεύσῃ ὁ Εὖρος, ὁ ἐμφυσήσας τὴν μανίαν του εἰς τὰ κύματα. Εἷς μόνος ὑψηλὸς βράχος ὑπῆρχε, διατείνων εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ρίζας, ὅπου ἀμέσως ἐβαθύνετο τὸ ὕδωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη ὅτι τὸ κῦμα, ἢ ὁ κρυπτόμενος ἐν αὐτῷ δαίμων, εἶχεν ἐκλέξει τὸν βράχον ἐκεῖνον, μεμονωμένον μεταξὺ δύο ἀμμωδῶν αἰγιαλῶν, ἐπίτηδες, διὰ νὰ συντρίψῃ κατὰ τῶν νώτων αὐτοῦ τὸ ἐλαφρὸν σκάφος. Ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζῃ, κατὰ θείαν παραχώρησιν, τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν, καίτοι μαινόμενον καὶ λυσσῶν, μετὰ φόβου καὶ ἀκουσίου εὐλαβείας ἐγχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ᾿ ὅταν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ τινὲς τῶν φίλων του, πολλάκις αὐτοὶ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πρὸ μικροῦ κατεβασάνιζε κ᾿ ἐτυράννει ἄλλους πάλιν φίλους του ἢ καὶ ἐχθρούς του, μετ᾿ ἀγρίας χαιρεκακίας ἐκτελεῖ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ καὶ φονεύῃ τοὺς ἰδίους καλοθελητάς του. Οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ μικροῦ τσερνικίου* τρεῖς ἄνδρες δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε ἅγιοι οὔτε φύσει κακοῦργοι. Ἦσαν ἁμαρτωλοί, ὑποπεσόντες κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα, ἴσως καὶ εἰς ὀλίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικρᾶς δόσεως ναυταπάτης.

Ἐν τούτοις ὁ διάβολος δὲν εἶχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, ὅπως βλάψῃ καὶ εἰς τὰ σώματα τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ἅμα τῇ προσαράξει, εἶχε κτυπήσει τὸν ἀγκῶνα καὶ τὴν πλευρὰν τὴν δεξιὰν εἰς τὸν βράχον, μεθ᾿ ὃ αἰσθανθεὶς μέγαν πόνον ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ συνελθὼν ταχέως, ἀνέθορε κολυμβῶν εἰς τὸ κῦμα, ὅπερ ἐφαίνετο ἔκπληκτον ἐκ τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε, καὶ καταπραϋνθέν, ἐφλοίσβιζεν ἡμερώτερον περὶ τὰ συντρίμματα, ὡς θηρίον λεῖχον τὰ αἵματα τοῦ ἰδίου σπαράγματός του. Οἱ δύο ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχαν πνιγῆ, ἀλλ᾿ ἐπέπλεον μὲ μακροὺς βραχίονας ἐπὶ τοῦ κύματος, τὸν ἥρπασαν καὶ φέροντες τὸν ἀπεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἥτις ἐλεύκαζεν εἰς τὸ σκότος, οὐ μακρὰν τοῦ ἀπαισίου βράχου.

«Καλό ξημέρωμα και άντε γεια»


lifo

— Έχεις σχέδια; Σε απασχολεί το τι μέλλει γενέσθαι;

Πέφτω για ύπνο κι ο ύπνος έχει κάτι κρυφό, μυστικό. Δεν ξέρουμε αν θα σηκωθούμε την άλλη μέρα. 
Γιατί να κατασπαράξω το μυστικό αυτό, σχεδιάζοντας τι θα κάνω την επόμενη μέρα; Αφού δεν ξέρω αν θα ξυπνήσω, λέμε. Ισχύει για όλους μας αυτό.
Εγώ έχω άλλη φιλοσοφία. Λέω «καλό ξημέρωμα και άντε γεια». Πώς να σ' το πω, πέφτω στον άλλο πλανήτη κι αν σηκωθώ, λέω «γεια σας, ξανάρθα, τι θα κάνουμε τώρα;».  
Δεν είναι λογαριασμοί η ζωή μας, στις δώδεκα του μηνός θα πληρώσω το ρεύμα ή το νερό. Δεν με αφορούν αυτά, ούτε σχέδια κάνω.
Μπορώ απλώς να δίνω ακόμα, να πηγαίνω με λάσπες και με βροχές οπουδήποτε με ζητήσει ο ίδιος μου ο εαυτός. «Έλα, Γιώτα, είσαι εδώ, πήγαινε πιο πέρα, δώσε»!  

Γιώτα Γιάννα

www.lifo.gr/

Guy Debord: Psychogeographical Venice




We ourselves make the history of culture, but do so in preexisting conditions and not arbitrarily. Urban civilization is a recent creation of capitalism; and the ideological climate particular to the bourgeois regime, in which culture is both an instrument of domination and the successor to destroyed religion (flight from the real), still hasn't allowed one to draw all the consequences of a conditioning that, as a whole, is fundamentally new. The necessity of a theoretical formulation of the possibilities that this mutation opens up, and those possibilities that are made to disappear, is at the origins of all experimental research into an artistic practice that corresponds to today's development of production. Psychogeography is one of the aspects of the [conscious] arrangement of ambiance that one begins to call situationist.

At the close of the 18th century, London -- the most advanced town in terms of Western industrial concentration -- reached a stage of development that caused a qualitative change in its inhabitants' way of life. It was in London and at this time that we discover an ensemble of problems -- given birth to and then transmitted by means of literature -- that delimit the objective terrain of a passionate urbanism and in which a specific sensibility makes it first appearance. The love story of Thomas de Quincey and poor Ann -- who are fortuitously separated and seek in vain to find each other "in the immense labyrinth of London's streets, perhaps a few steps away" -- marks the historical moment of the awakening to psychogeographical influences upon the movements of human passion, and the importance of this moment can, in this regard, only be compared to the legend of Tristan,[1] which dates the formation of the very concept of love-passion.

At that moment, the manufacturing revolution had changed all the conditions of existence, and personal fate -- released from supernatural illusions and simply defined (in France) during the experimental phase of the bourgeoisie as "politics" -- could already be discovered in the material environment constructed by people and in the social relations that corresponded to it.

The hopeless condition of very large numbers of people -- experienced at the same time that the power of human society over nature had increased immensely -- appeared from then on in the culture of the innovators as an even-more acute contradiction between the affirmation of superior passionate possibilities and the reign of a certain kind of nihilism. In Thomas de Quincey, these tendencies were tempered by the recourse to classical humanism, which the artists and poets of the century that followed would subject to an even more radical demolition. Nevertheless, we must recognize in Thomas de Quincey -- that is, when he wandered in London, always vaguely in search of Ann and looking at "several thousand female faces in the hope of seeing hers," that is, between 1804 and 1812 -- an undeniable precursor to psychogeographical derives: "On Saturday evenings, I have had the custom, after taking my opium, of wandering quite far, without worrying about the route or the distance (...) ambitiously searching for my Northwest Passage, so as to avoid doubling anew all the capes and promontories that I had encountered in my first trip, I suddenly enter a labyrinth of alleys, some of them terrae incognitae, and I doubt that they are marked on the modern maps of London."

Today, we consider psychogeography and the derive to be provisional disciplines, methodically defined, with which to experiment on some aspects of the construction of ambiance and new situationist comportments. We think that the transmission of the results, even those apparently derisory, is the capital problem of psychogeography and that, through this transmission alone, it will be in relation with the architecture that we must invent. I believe that, at the moment in which we have begun to experiment with the derive, this activity has for many of us a meaning that is more directly moving. Perhaps there exists a more irrational tendency, a tendency to expect the discovery of a kind of psychogeographical Great Passage, beyond which we will attain mastery of a new game: the adventures of our lives themselves.

In other words, in the current context of alienation, the exteriorization of people -- as one knows -- returns against them. Modern art is arrested by the atrophy of the oeuvre (the impossibility of undertaking an extended construction, the lack of material means and the atomization of individual approaches) and by the evasion of the oeuvre-fragment (the commodity). With the creation of a new sector of action -- a creation that is finally illusory because of the pressure of all the other sectors -- we only desire a pure ludic objectification: we will contemplate ourselves in a world that we have created.

We have grounds to be encouraged by the surprising changes that the derive can bring about in comportment. It seems to me, in any case, that passionate usage can open the route to a really scientific knowledge, itself usable in a more extended situationist experiment [experience], following the schema proposed by Asger Jorn, who defines psychogeography as "the science-fiction[2] of urbanism" when he writes: "Only the imagination can render an object interesting enough for it to become a motivation for analysis, analysis empties the object of its imaginative force. But the new combination between the object and the results of analysis can form the basis for a new imagination."

The development of the productive forces, which breaks all the fixed structures of social life, tends to substitute a three-dimensional framework for the enclosed space in which the game and the flow of passion in time are limited to the forms of previous civilizations. In the era of the reduced exchanges of the Middle Ages, when people and their sentiments had to live and end in place, the greatest feudal virtue was loyalty. Among the fatal antagonisms of the society[3] that is currently decomposing, the acceleration of our era manifests itself on the affective plane in the taste for the speed of the automobile (a psychological compensation for a conformist cowardice acquired since youth by conditioned reflexes), but also in the sentiment of the derive, which -- for the moment -- once must qualify as revolutionary.

Thus, the great industrial towns have completely transformed our landscapes, even on the Map of Tenderness.[4] We must become aware of the role of these builders of the new world. The attempts at making pyschogeographical maps are primarily [attempts to make] guides for derives and, at the same time, new visions of the landscape -- the Corots or Turners[5] of today, if you will. We are still at the stage of extreme primitivism; still at the stage where subjectivity of a magical tendency must cede its place to the collective establishment of objective facts that allow a constructive reaction to the decor that is made for us. Due to the insufficiency of the means available to us, we still do not know how to produce a satisfying psychogeographical representation of a town; but the progress of this cartography is, nevertheless, undeniable, and the truthful criteria with which it identifies itself legitimates all that might appear -- through the narrow optics of common sense -- to be a deformation of known urban plans: in geography, Mercator's projections[6] are another example of utilitarian deformations. There is no other reality, no other realism, than the satisfaction of our desires.

Following the publication of some results of experiments already conducted in Paris and, to a lesser extent, in London, by the groups that came together in July 1957 to become a Situationist International, Venice was [chosen to be] the object of the first exhaustive psychogeographical work applied to urbanism. Ralph Rumney deliberately chose Venice from among so many other equally interesting zones of experimentation because of the sentimental resonance of the town that is tied to the most backward emotions of the old aesthetic. It is obvious that any intent to scandalize is foreign [to our motivations], and in the case of Venice we are only preoccupied with creating a contrast that is clearly instructive. In our eyes, the scandal is the slowness of the world in the belated combat in which it will yield to the forces that will end up changing it. We even think we will go to even more serious extremes than making easy attacks on the good taste of this good society. That which constitutes a situationist ambiance is the preliminary destruction of all the emotions that are opposed to it. We, who do not love countries, we love our epoch, as hard as it is. We love this epoch for what one can do it in it.


Guy Debord
September 1957[7]