Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019
Έκτωρ Κακναβάτος: Δικός μας άνθρωπος
Απ' έξω τίποτα το ιδιαίτερο,
όπως όλοι μας.
Δυο κάτω άκρα δυο άνω.
Είκοσι δάχτυλα που εξημερώνονταν τον ύπνο.
Ο δείχτης ο μέσος ο αντίχειρας
στερεά γωνία
σαν έσμιγε η ψυχή με ίσκιους.
Κρανίο έγχορδο όπως όλοι μας.
Τα ζυγωματικά σε ασταθή ισορροπία
δείγμα ευαίσθητου μουσικολόγου.
Βάδιση κανονική.
Επάγγελμα δικτυωμένος μεταρσιωτής
νομικών προσώπων.
Φρονήματα ελαφρώς σπογγώδη ποδοσφαιρικά
σου λέω τέλειος·
καθόλα σύμφωνος με τις προδιαγραφές
του τεταρτογενούς, της αποστολικής μας
διακονίας, δικός μας άνθρωπος...
Μόνο που -ώρα φεγγαράδας- βρε παιδί μου
εκείνη η διαφάνεια στο δέρμα του
φέγγιζε όλος από μέσα του αλλιώτικος
με τη χοάνη προς τα πάνω παραβολικός
το κεφάλι κάτω
τα πόδια δ ι ε σ τ ώ τ α τον ανήφορο
κέντρο συμμετρίας το δωδεκαδάχτυλο
σημείο πως κάποτε είτανε πηγάδι
το χέρι του χωμένο ως τον ώμο
στο λάρυγγα του φεγγαριού
έπαιρνε μηνύματα.
Ύστερα πόρτα πόρτα
πουλούσε σπέρμα πρωινό
και προσωπεία.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Νέκυια ώρα πέντε
Ώρα τέσσερις οπή ευθυτενής
η λάμπα τελευταίο σκάφος
ο βραδυνός ανάπηρος Δεκέμβρης
κι ο μονοφυσίτης προκαθήμενος Σιλβέστρος
κρανίο χορτοφάγου
η μελαγχολία του άορνο μεθάνιο.
Πώς κάρφωνες λέξεις τα σιγμόληκτα
τα χειλικά τα ουρανισκόφωνα
πώς τα εφτά της συννεφιάς
ποιοι πυροτεχνουργοί
ποιες δρασκελιές στην Πύδνα
πώς το ιονισμένο χέρι μου
βαθιά χωμένο του Δεκέμβρη;
Ώρα πέντε χωράφι του Ταΰγετου
η τροχαλία
κάποιος Ιγνάθιο μ' έναν ταύρο
σφηνωμένον στ' αχαμνά του
ο τελευταίος που πέρασε με το σεντούκι
και πάει αυλάκι μέσα στη σιωπή
ίσα μέσ' στον Δεκέμβρη
φτυστός η ώρα πέντε.
Καχεξία δεινόσαυρων
μέσ' στο γυαλί άψυχο σκοτάδι
ανέβαινε την ξερολιθιά όλο γυριστές καμπύλες
κίσσα χαμήλωνε ως την πόρτα μας ο θάνατος
η πόρτα μας όλο νυχιές
ανάμεσα σε γυριστές καμπύλες
σκυφτή στο λάκκο πίνοντας, σύρμα οι φωνές
ξοπίσω η δίψα σκύλα.
Παραπατώντας ζύγωνε ο γέρο-Τειρεσίας
έπινε, εμίλειε ίσα που ν' ακούγεται:
Στην άλλη άκρη της Μεσόγειος σηκωθείτε...
με κάστορες βραδυάζει του Μισσισιππή
η ώρα πέντε...
Η οπή ευθυτενής
η λάμπα τελευταίο σκάφος
ο κάβο Ματαπάς το σάπιο πόδι του
ένα πριόνι
το θεσσαλικό ρήμα π ε τ σ ο κ ό β ω
κι ό,τι περίσσευε άλλο η ώρα πέντε.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Οχιές (απόσπασμα)
[...]
Πώς πνίγεται ένα περήφανο θέωρημα
σε γλύνα γηπέδου βουλιάζοντας στο φλέμα;
Ω ποδοσφαιριστή Βαν Γκογκ
τι δίχτυα κίτρινα
τα πράσινά σου τι φανέλλες, οι ντρίπλες σου
τα λουλακιά οι σφυρίχτρες
η πιστολιά σου πρώτο ημίχρονο...
...πού τρώνε κάρβουνο;
ποιος πίνει το κατράμι ποιος γελά;
Λέω το πρόβλημα: το σκούρο αν είμαι
πέτρωμα με τόσο θάνατο.
Στο πλάι μου, πέρα βρέχει, ο ατάραχος.
Γενιά γενιά σταράκι άσπρο
πήρε πάλι των αμύγδαλων των πικρομάραθων
να πρασινίζει· ωραία περνάμε...
Ω χάος που πλαγιάζεις με θεό από μαυρολίθαρο,
οχτώ ταχύτητες του λιοπυριού ή πλοίο
φουνταρισμένο κάτω από πέτσινη ομπρέλλα
ξερνώντας όστιες κι αρμύρες είναι η τρέλα μου
είναι το άσπρο μαντολίνο της γεωμετρίας
είμαι εγώ του λιοπυριού το αρμόνιο
η όστια η πιστολιά στο πρώτο ημίχρονο
εγώ το σκούρο πέτρωμα
με τους θανάτους.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Πάσχιζε να γενεί σειρήτι
Αγύριστο κεφάλι.
Κεραμιδί των δευτερολέφτων,
με τη φεγγοβολή
ψυχοπαράδινε μέσ' στα χαλίκια.
Δεκάξη αγέρηδες
χορεύοντας με τα μαχαίρια γύρω του
κι αυτός ν' αδειάζει όπως η λέξη πέρυσι·
ύστερις γύψος και στρατσόχαρτο
τζιτζίκι γυάλινος ή σύρτης της ορθοδοξίας.
Χαμηλότερα που εδράζεται ο αριθμός
Μεσολόγγι
σώπαινε ανεβαίνοντας υψόμετρα τη νόηση
πάσχιζε να γενεί σειρήτι του Γαλαξειδιού
ή παιδικό καΐκι
σαν τότε που ο κάβος μόνος του ελύνονταν
της πρύμνης κ' εγλύστραε μέσ' στα νερά
κ' έφευγε κατάρτι η ψυχή σου.
Πώς κυλιέται ύστερις σα σκοινί στα χώματα
λίγο πριν γίνει χτύπος της φλεβός
το απομεσήμερο; Έτσι έλυωνε.
Έτσι έφτασε στο επιχείρημα:
πως τάχα εγώ,
η Μυκηναϊκή μοτοσυκλέτα των σφαγείων
όπου να 'ναι σέρνω την περόνη
ανατινάζεται η κόκκινη η κίτρινη
η χρυσαφιά
από εκατό σημαίες Μακκαβαίων
ασήκωτη σε τρίγωνα σαν μαστός αρχαίος.
Να, μ' αυτά και τέτοια έμεινε μ' ένα πόδι
στις πορείες
κι από φτούνο μοναχά η πατούσα
το μεγάλο δάχτυλο πελώριο
σα μέγγενη καρτεσιανή ή σκυλί ψόφιο
που αιωρείται.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019
Έκτωρ Κακναβάτος: Ανασκαφή
Η λέξη Κέα καταύγαζε το πέλαγο.
Ο τάφος θολωτός. Η λέξη Κέα.
Αλειμμένος λάδι επικούρειος
νυν λιθάνθρακας
φώταε ακόμα ίσα που να βλέπει
που να μη μιλεί
να λιώνει.
Το δαχτυλίδι άφαντο.
Δυο ελληνιστικά εικοσιτετράωρα
τα τελευταία του Αμύντα
λίγα κτερίσματα όχι σπάνια
και κάτι κρύσταλλοι ουρικού οξέος
μια φιάλη, υπογραφή Δομέτιος.
Δε λέγεται η λύπη των αξίνων…
Ω ποίηση κεραμουργία με φωνήεντα
έφευγες σφαίρα στον αυτοκινητόδρομο
πιο πολύ αιώρα η Σέριφος
αντίπετρα τα χάη κ’ εγώ το σείστρο.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Μέρες του ορθού λόγου
Ικέτευε
στην πρώτη ντουφεκιά
να φύγουνε τα πράγματα
οι αγριόχηνες
οι παρενέργειες της λογικής,
εκεινα τα συνηρτημένα της: ισορροπίες,
ισορροπιστές
ο αμφιθεατρικός εγκέφαλος κορυφαία
φάλαινα ολολύζοντας,
ξοπίσω άτροχος κινέζος η ευθύτης
άσπρο κερί το πρώτο μου αμάρτημα
η διαχρονική σημασία του οχτώ μέθοδος
πολιορκίας
τρία καρφιά σκουντώντας τη φωνή μου
η Αθηναϊκή ημιολία Άγιος Θεράπος
κ' εσείς το ψητοπωλείον η Λέσβος
ω εφηβεία κίτρινο λεωφορείο μου στις δέκα
ω αγία Τριάς των καταγμάτων
κ' η επόμενη τριάς:
οπλίσατε
πυροβολήσατε
πάλι οπλίσατε.
-Οιακιστή, γραμμή: Ίος, Οία, Σίκινος
βοήθεια...
Ξάφνου διαστρικόν ποδήλατον ή λαιμός
γεμάτος φλέβες οι πρωτόπλαστοι
ανέβαιναν τη μπόχα του μεσημεριού.
Ορεινός πριονιστής απ' το υπόγειο εσάλπιζε
λεηλασία
τα κουδούνια τότε
τα εξάγωνα
ο ξερός νότιος άνεμος
το πολυώνυμον τότε
ίσον μηδέν.
Γονατιστή εκλιπαρούσε η νύχτα: Μη, μη τον
Ιούλιο, το ματωμένο μου πουκάμισο.
Περνώ με χρώμιο τα πόδια μου
καννίβαλος απέναντι θερίζει το περίπτερο
χύνονται κάλυκες τα πεζοκεφαλαία στην
άσφαλτο
τα ευθέως επινεφρίδια μολύνονται.
Ίσως να 'ναι τούτο η εξέγερση που επίκειται
Ω Ιούνη αδέρφι από το πέλαγο
εσύ ο πρωραίος Αλεξανδρεύς
ο άλλοτε χρυσόχαρτο, ο κύλινδρος, γελάς.
Πότε να χτυπηθούμε να τελειώνουμε
μην προλάβει η αντιβίωση και λυώσει τους πυρήνες;
Μέρες του ορθού λόγου σακατεμμένου
από την κριτική του
παίρνει φωτιά το αερωθούμενο
περνώντας μέσα από την λύπη μου.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Θεός ηλίθιος
Πώς του ήρθε να ελέγξει την κλόνιση
τον άψογο άξονα
την περιδίνιση της γης, έτσι έλεγε,
κι όλες τις νομιμοφροσύνες;
Άρχισε με κίτρινη κλωστή
στην άκρη ένα βαρίδι.
Βαθιά της άβυσσος εφέγγιζε,
γυάλινος ώμος οδαλίσκης,
ο νιοστός αιώνας·
μόνο το παράθυρο έδειξε να γέρνει λίγο
μιαν ανεπαίσθητη παρέκκλιση
ωσάν ωτακουστής
ή σα θεός ηλίθιος
στραμμένος βορεινά, χαμένος
μέσα σε απειροστά βλεννώδη.
Κάτω δεξιά είτανε πέντε ακριβώς.
Στρογγύλευε ο χρόνος όπως αφήνεται
στα γηρατειά
ή στο ρεύμα το χταπόδι
εκεί που κάποτε είτανε κεφάλι της Εκάβης.
Η οριζόντια γραμμή γυμνό του εργαστήριου
Η ήβη αδιάφορη λοφώδης
σαν μελανοδοχείο.
Ψηλά, μόνος του ο αμάραντος
αστρονομώντας.
(1973)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Φυτεία μαχαιριών
Πρώτο χάθηκε τ' αχνάρι μας·
όλη τη νύχτα με σηματωρούς έπινε κώνιο.
Γενιά που ανάθρωσκες με σπέρματα τεράτων
σα να 'τανε από μισό στρέμμα σκοτάδι
να βγάζεις μια και δυο φωνές και χίλιες
σ' εποχή ακοντισμού.
Έτρεμες στις βουνοπλαγιές που οι άλγεβρες καπνίζανε
και γδύνονταν το καλντερίμι τα φεγγάρια του
που έδινε το ένα του πλευρό να σώσει το άλλο
που η έχτη μέρα της δημιουργίας
αναρριχιόταν την κουφοξυλιά
κι ανέβαινε την αορτή
και που εκεί σφηνώθηκε...
Ρωτώντας πού κρύβεσαι ανατινάχτηκε
κ' εσύ δεν μπόρειες να ξεψυχίσεις.
Λοιπόν ιδού: Η επικράτεια της ευφυΐας
όλο σου δηλαδή το καταμεσήμερο
με πτήση προς Ελευθεράς
είναι ο άλλος συνωμότης.
Συνεχίστε τώρα οι άλλοι...
Λες κι αλέθανε σκοτάδι σε χερόμυλο
μπροστά του άλφα ο θόρυβος.
Ξάφνου γεννιόσουνα,
στη στιγμή εντός σου πέθαινες
τέτοια φούρια. Λοιπόν;
Τώρα ποιο σβώλο μαύρο χώμα θα πεις όνειρο
που ο ίσκιος σου στα πέρα του ομέγα
φυραίνει όλο γούβες πίσσα κίτρινος
του Αυγούστου;
Κι άλλο δεν είναι ανάμεσα σε εκκρεμή
από να λάμνεις και να μετράς ως το μηδέν
κατά που θα 'σαι η φυτεία των μαχαιριών
ή των μακαρισμών εκείνο το ιδιόμελο
που λέω αιώρα: φτάνει πια
παραδοθείτε σε νυχτερινό καρχαρία.
(1972)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Perfecta
Φιγούρα πλάι στον άνεμο με δυο θανάσιμα φεγγάρια.
Το που στέγαζες πράγματα
υστέρα που πάλι πράγματα
κ’ υστέρα που προχώρησες μέσα στα πράγματα
και που σαν έφτασες ως τους πυρήνες
δεν είχες άλλη κβάντωση.
Θυμόσουν μόνο τα χειρόκτια τα Επιφάνεια
την παρθένο αντιλόπη χαμένη μες στους πάγους
κ’ εκείνο το χαμόγελο στο φεγγίτη του μουσείου
σαν ειρωνική ημισέληνος, ποτέ αφή.
Ύστερα –είναι κι αυτός ό χρόνος βλέπεις
που χώνεται στα πόδια μας–
άνοιξε ή τρύπα στα ύφαλα
το μέγιστο ναυάγιο πολτώδες
σαν το εδώ και σαν το τώρα των αρχιερέων.
Πότε με τέτοια τελειότητα και πού
δοθήκανε στις μνήμες οι λεμβούχοι;
(1972)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Τροχιά
Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.
Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.
Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.
(1972)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Διήγηση (απόσπασμα)
4
Τελευταίος γύρος οι εσχατιές. Εσύ που επέμενες θερίζοντας λογισμό και λόγο' εσύ θερίζοντας. Πέρα και πέρα ο χώρος άδειο σπίτι. Ένα ένα τού παίρνανε τα έπιπλα' αηδιασμένος παράδωσε στο τέλος και το μεγαλείο του. Τι παλιατζήδες. Εσύ επέμενες πως χάνει η αίσθηση αίμα συνέχεια. Αδύνατον να παραδεχτείς τι θα πει πεδιάδα.
Ξάφνου (ω δίοπε κάπου Νοέμβριος) στο κλιμακοστάσιο το κεφάλι κόπηκε. Σκαλί σκαλί από τον έκτο πήρε να κατρακυλά την επικράτεια. Στον πέμπτο με Ηράκλειτο εκπνέοντας. Στον τέταρτο με Ρωμανό. Στον τρίτο εκείνη η χάρτα του Ατλαντικού τα ασυνάρτητα για δικαιώματα, η διακήρυξη ως το δεύτερο. Στον πρώτο λίγα του Μακρυγιάννη ακόμα, ως το ισόγειο, έτσι. Εκεί με το ως πότε παληκάρια... ξεψύχησε. Αυτά.
(1972)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Απόγονος βραχογραφίας (απόσπασμα)
2
Άνυδρα εικοσιτετράωρα στο μάκρος
της ξερολιθιάς μάνα μου μάνα μου
κ' εσύ αχανής
μ' έξι φτερά ξοπίσω από κουρούνες.
Εγώ χαμένος στα πρανή μην ξέροντας
πάρεξ να πελεκώ αρχέτυπα
στη γλώσσα μου του θάμπους
την όψη μου είπες να φορώ των αρχαγγέλων.
Πότε; για ποιόν;
Και πού χωράω άτμητος
απόγονος βραχογραφίας;
(1971)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019
Νίκος Καρούζος: Ρομαντικός επίλογος
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα …
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.
ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ (1969)
Ευριπίδης Κλεόπας: [οι κάβοι η θάλασσα]
Η'
οι κάβοι η θάλασσα
οι σιδεριές
μελαχρινά ψαράδικα
σφουγγάρια
ενάλιοι πληθυσμοί
χωρίς λιμάνι
χαϊδεύω τα φύκια μαλλιά σου
το κασσετόφωνο βαριά λαϊκά
καθώς αφρόσκονη οι βολβοί
των ματιών μου
αλάτι επιτραπέζιο
φεγγίζει φώσφορος στη θάλασσα
γυναίκες λαϊκές πνίγονται στο μώλο
κι ο πράσινος πάτος
μαύρες κηλίδες σκιές ναυαγών
οι γλάροι σκέψεις
αφήνουν το μυαλό
κι η άμμος τα κίτρινα δάχτυλα.
ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΑ ΤΟΠΙΑ (1986)
Ευριπίδης Κλεόπας: [Τοπίο Ναπάλμ]
Ε'
Τοπίο Ναπάλμ
νυχτερινές βόμβες
κόκκινα χέρια
μεταϊστορικά
πυρηνική χλομάδα
η άβυσσος των προαστίων
κίτρινη βροχή
ενάλιοι συνοικισμοί
σαν λευκά χείλη
ουδέτερα
ομόφυλοι έρωτες
στις κοραλλιογενείς λεωφόρους
του μετρό
αλλόφυλοι εισβολείς
εσπερινοί
γαλάζιοι
στους ποδοσφαιρικούς αγώνες
ουράνιο 238
τρέχει απ' τα δάχτυλα
της μαρμάρινης
ομορφιάς σου.
ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΑ ΤΟΠΙΑ (1986)
Γιώργος Σαραντάρης: Σημειώσεις για ποίημα
Ένα αχλάδι ένα μήλο ένα ροδάκινο ένα πεπόνι
Το κορίτσι-αχλάδι το κορίτσι-μήλο το κορίτσι-ροδάκινο το κορίτσι-πεπόνι
Έτσι διαλέγω τους καρπούς και την τροφή μου έτσι
Τρώγω την ομορφιά τώρα νιώθω την φλούδα των γυναικών
Τώρα γνωρίζω την καρδιά των γυναικών
Τώρα που λιώνω τα βυζιά τους στο δικό μου στόμα
Κι αυτά ξαναγεννιούνται πάλι
Σαν τα κεράσια
Και σε άλλο στόμα πηγαίνουν
Αφράτα απύθμενα
Γιώργος Σαραντάρης: Με τον ύπνο μας
Με τον ύπνο μας γράφουμε τραγούδια που δεν διαβάζουμε παρά σε όσους δεν έχουνε αφτιά. Ψάχνουμε λόγια που να μπορεί κανείς να τα κρατήσει στη φούχτα του. Όξω περνάνε άνθρωποι, που κάνουν έναν περίεργο θόρυβο' άνθρωποι που μοιάζουν με ζώα όταν βγεις στο παράθυρο και τους μιλήσεις.
Μέσα στο νερό της θάλασσας τα ψάρια είναι τραγούδια όμοια με τα τραγούδια τα δικά μας' κι αν κάποτε πνιγούμε, κάτι απ' τη φωνή μας θ' ανακαλύψουμε στο βυθό της θάλασσας.
Γιώργος Σαραντάρης: Ανάμεσα σε δυο ύπνους...
Ανάμεσα σε δυο ύπνους βρήκα μια μικρούλα που με παρεκάλεσε να την πάρω μαζί μου. -Πού; της είπα. -Μη σε νοιάζει, μου απάντησε. Βάλε με στην τσέπη σου, και με κοιτάζεις ύστερα, όταν πάψει ο ύπνος. Η βροχή, ο πόλεμος θα περάσουν. Η αυγή θα μας συναντήσει ξύπνιους. Τότε θα κάτσω κάτω από το στόμα σου, όπως κάτω από μια βρύση.
Έκτωρ Κακναβάτος: Λέγοντας πέτρες
Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή-αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
…χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…
Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο·
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.
(1969)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο
Ο στόμφος εκούρασε· σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ώς την παραμόρφωση·
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια
παρακμάζει· σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
–συγγνώμη· ποιός τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις· λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…
Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τί θ’ ακουστεί;
Ποιός τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.
(1968)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο
Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.
Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.
Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.
Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.
(1968)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Έκτωρ Κακναβάτος: Εξόν τα τζιτζίκια
Ούτε γι’ αυτό που σε γοήτευε,
το κανελί της φρυγμένης γης,
και πρόσφατα που στέγνωνε με τα τζιτζίκια
λήγοντας του αυγούστου.
Ούτε γι’ αυτό ρωτάς
κι ούτε για τίποτα.
Ποιός ν’ απαντήσει άλλωστε από την αίσθηση
ερήμωσε κ’ η όχθη ετούτη.
Κι ίσως γι’ αυτό να είσαι το χαλίκι
που βρήκε η λύπη μου σαν ήταν φεγγαρόφωτο
σε μονοπάτια
και μόνο της αράχνης η καρδιά ακούγονταν
βαθιά στο χώμα.
Ύστερα εσχίστη κι άνοιξε.
Το γέλιο του ένα μανιτάρι
πέρα ως την άκρη τ’ ουρανού.
Ο τρόμος κάτω βιαστικός έπνιγε τα έμβια
εις διαταγήν Ηρώδη Αντίπα.
Εξόν τα τζιτζίκια που αντιστέκονταν
Πέφτοντας στην πύλη του αυγούστου.
(1968)
ΔΙΗΓΗΣΗ (1974)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














