Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Γιώργος Κοτζιούλας: Μαρία Πολυδούρη




Πολύ ακριβά πληρώσατε, Μαρία
τη φήμη –πολυτέλεια περιττή–
που σ’ ανθοδέσμες ήρθε προσφερτή
στην πιο βαριά γυναίκεια καρτερία.

Η αριστοκρατική παρηγορία,
που στάθηκε στην κλίνη σας κλαφτή,
δεν ήταν συγκατάβαση αρκετή
για τρίτη θέση μες τη «Σωτηρία»;

Ω, αν πέρασε η ζωή σας τραγωδία
κι έπρεπε να φανεί η μοιραία στιγμή
για να προφτάσει η επίσημη τιμή,

θα φύγετε όμως με τη συνοδεία
της τυμπανοκρουσίας των θαυμαστών
Ελλήνων κριτικών και ποιητών.


ΕΦΗΜΕΡΑ (1932)

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει Μαρία Πολυδούρη













Το ποίημα «Βαριά καρδιά» το έγραψε η Μαρία Πολυδούρη για τον νεαρό, τότε, Γιάννη Ρίτσο,
κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, προσβεβλημένοι και οι δύο από φυματίωση, στην τρίτη θέση
των απόρων του νοσοκομείου Σωτηρία, το 1928.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 21 Ιουλίου του 1926.
Ακούγεται ένας αυτοσχεδιασμός στο πιάνο από τον Γιάννη Ρίτσο.
Για τη δημιουργία του βίντεο χρησιμοποιήθηκαν ντοκουμέντα
από το αρχείο Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη.

ΒΑΡΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

Πώς με κοιτάς έτσι γλυκά, νέο μου ανθάκι χαρωπό!
Δείχνεις όλες τις χάρες σου σε με και δε φοβάσαι;
Αχ! έχω την καρδιά βαριά... μα δε θα σου το πω
γιατί, κάλλιο ασυλλόγιστο κ' ευτυχισμένο να `σαι.

Πώς με κοιτάς έτσι γλυκά... συ, τόσο νιο και χαρωπό;
Τρέμει η καρδιά μου μια στιγμή σαν κάτι να προσμένω...
Αλί! έχω βάρος στη καρδιά. Μα δε θα σου το πω
γιατί κάλλιο ασυλλόγιστο να `σαι κι ευτυχισμένο.

Με τρώει η έγνοια να σταθώ κοντά σου μια στιγμούλα
και την καρδιά μου στη γλυκιά σου μυρωδιά να λούσω.
Με καίει ο πόθος σκύβοντας πάνω σου σαν βεργούλα
του φτάχτη, τον τρελό παλμό της νιας σου ζωής ν’ ακούσω.

Τολμώ τ’ άσωτα χέρια μου κάποια στιγμή ν’ απλώσω
τα θελκτικά σου χρώματα στην όψη σου ν’ αγγίσω
μα κάτι, σαν να μη μπορώ κει που `σαι να σε σώσω
κάνει βαριά τα χέρια μου κάτω να πέφτουν... πίσω...


Από τη συλλογή «Ξεφάντωμα».

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Μαρία Πολυδούρη: Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε



Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ' ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ' όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ' ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ' η αιτία του κακού σημαδεμένη.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Μαρία Πολυδούρη: Ω χαμηλώστε αυτό το φως



Ω χαμηλώστε αυτό το φως
στη νύχτα τι οφελάει;
Πέρασ' η μέρα, φτάνει πια
ποιος ξέρει ο ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάει

Πάρ'τε το φως είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη
Φτάνει η απάτη μιας ζωής
κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για την στερνή μου μάχη

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί
ας μ'απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψει κάπως πιο θερμή
στ' ανήσυχό μου μάτι

Πάρ'τε το φως είναι η στιγμή
την θέλω όλη δική μου
είναι η στιγμή να κοιμηθώ
πάρ'τε το φως με τυραννά
μ' αρνιέται την ψυχή μου