Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Γιάννης Κοντός: Σχέδιο για διήγημα, 40



Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω. Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σα φωτιά. Όλα τ’ άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν, αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και την τριγωνομετρία.


Από το βιβλίο: Γιάννης Κοντός, «Φωτοτυπίες», 2η έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1979, σελ. 16.
Πηγή

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Γιάννης Κοντός: Τρέχοντας σ’ αυτή την ταινία τρόμου



Τρέχοντας σ’ αυτή την ταινία τρόμου
μαζί με τους πεθαμένους – ένας πεθαμένος
παίζει όμποε – δεν ευθύνεται για τίποτα.
Άλλοι γράψανε τον σενάριο, άλλοι χειρίζονται
τις μηχανές, άλλοι ελέγχουν τους φωτισμούς

και ο μέγας σκηνοθέτης έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.


Πηγή

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός (1943-2015)



40.
Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό.
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο.
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν
φωτιά. Όλα τ' άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα.
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και
την τριγωνομετρία.


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Γιάννης Κοντός: Το φαρμακείο



Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων – εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές – όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες – και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.