Βγάλε τὴ στολή σου
βγάλε τὶς αρβύλες σου
ὁ ἔρωτας μᾶς θέλει γυμνοὺς
τί εἰρηνικὸ πλάσμα ποὺ εἶσαι χωρίς τὴ στολὴ
πόσο ἀνθρώπινα εἶναι τὰ πόδια σου χωρίς τὶς αρβύλες ―
μυρίζουν βέβαια μὰ εἶναι δική σου ἡ μυρωδιὰ
ἐνῶ οἱ ἀρβύλες μυρίζουν σφαγεῖο
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσακισμένους.

