Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tάκης Παπατσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tάκης Παπατσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Τάκης Παπατσώνης: Τοις αθανάτοις




Στον νουν έρχονται εκείνα τα περί θανάτου
πάλιν ωχρά σημεία, πληγές της ζωτικότητας·
καθημαγμένη βγαίνει απ’ αυτές τις συμπλοκές.
Του νου βεβαίως δεν είναι αυτές οι συναντήσεις,
αλλά του επηρεάζουν όλες τις λειτουργίες.

Νεκροί τόσων αιώνων, που βοούν όλοι τριγύρω
να μας περιστοιχίζουν τ’ άθλια σουδάριά των
παρενοχλούν της δράσεως την άσκηση όπως πρέπει.

Ενώ προβάλλει η Φύσις εικόνες όλο κι’ άνθη,
όλο και φως, και χρώμα, κι’ αχόρταγές της πνοές,
μία μόνη πνοή υπερέχει στην παγερότητά της,
έτοιμη ν’ αφανίσει στις απηνείς ριπές
την εισβολή του κάλλους και τις ζωηρές εικόνες.

Και μόνη πάλι εικόνα, η αντάξια αυτού του ειρμού,
προβάλλει η ερημωμένη και περιπλανωμένη
Σελήνη, άθροισμα πλήρες όλων των ωχροτήτων,
σαρακοφαγωμένη με τους μηνιαίους περίπλους,
το άριστο των συμβόλων, που κρέμαται και δείχνει
το θάνατο των Κόσμων, και το Μηδέν, πώς φέγγουν.

Μάταιο Μηδέν, με φάσεις, με απατηλές κινήσεις,
με δάνειο φως δοσμένο στη δίνη των φροντίδων,
σ’ έλξεις χωρίς αγάπη, σφραγίζει τη ζωή μας
νυχτερινό, κερένιο, και, προ παντός, εντάφιο.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Tάκης Παπατσώνης: Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής




Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.
Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.
Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.
Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.


Πηγή

Tάκης Παπατσώνης: Περί του Ξύλου




Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.


Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Tάκης Παπατσώνης: Η Κυριακή των Βαΐων



Τρεις Καλογέροι εβαίνανε τη χαραυγή στη στράτα
για ν’ ανασάνουν του πρωιού τ’ αεράκια τα μοσχάτα·
και στο μισόφωτο, γλυκά γλυκά, σαν Υμνωδία
αγγέλων, σκόρπισε θαμπή μιαν άγια μυρωδία,
που κάθισε απαλά, ως λυγμός, στα κούφια μεσοκάρδια
των Καλογέρων, που διψάαν για τέτοια όμορφα χάδια·
λιγώνουνται οι ταλαίπωροι, κι αγιάζουν, και φιλούσιν
τους ώμους τους, νομίζοντας πως, τάχα, ιερουργούσιν
πασχαλινές Αγάπες, και, δίχως ορμή ανασαίνουν
το στάλαγμα της μυρωδίας, και το μεταλαβαίνουν.
Κι ευθύς ο γεροντότερος σιγηλά καβαλάει
κάποιο γαϊδούρι, που έβοσκε στον Κάμπο εκεί πλάι,
και η ακολουθία των άλλων δυο, ίδιο αγιαστό κοπάδι,
διαβαίνουν με τον Σεβαστόν Ηγούμενον ομάδι,
όσο που φτάνουν σοβαρά, επισκοπικά, στο Φρούριο,
στο Μοναστήρι, πούν’ μακριά από κάθε τι καινούργιο,
και με σφυράκια ολάργυρα βροντάν τη στέρεα πόρτα
(που ανοίγουν τα δυο φύλλα της, και στέκουνται ολόρθα,
γιγαντωμένα), και στρατοί Μαυροφόρων Οσίων
τιμώσι τον Ηγούμενον, με κλάδους των Βαΐων.

Και ύστερα, καθώς είν’ λευκοί από την πολλή νηστεία,
σφαλάν την Πύλη, κι αρχινάν την ιεροτελεστία.
Τι δεν οραματίζεται τινάς σε κεια τα βάθη,
που μέλλουνται να θρηνηθούν πιστά τα τίμια Πάθη.
Θυμιατά, Αξαφτέρυγα, Λάβαρα, σ’ έναν γύρον
Διακόνους, φέρνοντας το Φως των Δικηροτρικήρων,
και Στέμματα χρυσάργυρα, και πένθιμα Ωμοφόρια,
(βελούδα, με κεντήματα λευκών ανθών), - και χώρια
τις μελωδίες από τις Άρπες, και από τα Βιολίνα,
και από το Θείον Όργανον, ή από τ’ απλά Κλαρίνα,
ή απ’ τις φωνές των δυο Χορών, που κλαίνε αληθινά
ψέλνοντας το θριαμβευτικό και πένθιμο Ωσαννά!
………………… Μετά, στα Εσπερινά,
αφού τελειώσει η τελετή των πράσινων Βαΐων,
τα ορναμέντα κρύβουσι, και ψέλνουν το Νυμφίον.


Πηγή

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Τ.Κ. Παπατσώνης: Ρεμβασμός δεκαπενταύγουστου




Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν' ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι' ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι' αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.
Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.

Άλαλα τα χείλη τους - και τι μπορούν ν' αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ' τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ' τα αίματα των Μαρτύρων
κι' απ' τη μανία των Μονομάχων.

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν' αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ' ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση.
Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι' ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.


Τότε μονάχα τ' άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή

και λαλήσουν.


Πηγή

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Τάκης Παπατσώνης: Ο άγγελος εβόα



Η τέρψη σου, ψυχή μου, πολύ λίγο σε τέρπει...
Υπόμεινε, ψυχή μου, την παραφυλακή σου.
αχόρταγη άκρα δίψα ποτέ δεν θα κορέσης,
γιατi πολύ ποικίλες ετάχθηχαν οι έλξεις
από της άγριας μοίρας τις είρωνες διαθέσεις...
Προς τούτο, παραιτήσου - όσο κι αν επιμένη
η πλάνη της ορμής σου να σπρώχνη προς τον κόρο.
Διείσδυσε στης γαλήνης τίς σφαίρες. τούτες μόνες
εικόνα προσεγγίζουν σπουδαία καταπαύσεως.
μη τις μισής. παρ' όλη την τέτοιαν όρμησή σου,
παγίδα είναι και τούτη, όπου να μη πιασθής!
Άφησε τις ορέξεις, που κατ' επιπολή
μονάχα ικανοποιούνται και παρατούν αρμύρα.
Υπόμεινε ως το τέλος, εν γνώσει των πραγμάτων.
Γιατi τούτο μεν φθάνει, εγγίζει οσονούπω.
συ δε, γιατί να μείνης στην πλάνη εκτεθειμένος,
κορόιδο των ρευμάτων που σπείρουν τις ορέξεις;
Η κόπωση όταν έρθη, κ'επικαλήσαι αγκάλη
του ύπνου γλυκυτάτη, δέν σου καταβουΐζει
την μέθη της γαλήνης, πόσον απόλυτη είναι;
Τούτη η βουή ας πείση, σαν νάρχεται απ' αγγέλου,
πως κεχαριτωμένη είναι μονάχα η παύση!..



Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Tάκης Παπατσώνης: 'Ασπρο ελληνικό ερημοκκλήσι



'Ασπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά!..Γύρω-γύρω σου αμπέλια, μποστάνια
καρποφόρες συκιές και, κάπου-κάπου, μοναχική,
και κάποια ελιά... Χρυσοφρυγαννισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε-άχυρο πιά!.. Κι αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα...

Αναστραμμένο σου θρονί όλο το γαλάζιο
ενού απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε
το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους...


Πηγή