Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rainer Maria Rilke. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rainer Maria Rilke. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016
Κυριακή 24 Ιουλίου 2016
Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015
Rainer Maria Rilke: Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα...
Hinschwindende ganz leicht, eh sie vergehen,
zurückhalten mit ein wenig Wink,
aus Abschiednehmen und Nicht-Wiedersehen
ein Ding zu machen, so daß sich auf den Zehen
hinüberhebt um dem, was schon verging,
leis beizuwohnen ( : Rosen und Ideen – )
Μόναχο, 2.10.1913
***
Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα, προτού χαθούν,
με μια λεπτή χειρονομία, τελευταία…
Με το Έχε Γεια και τ’ Όχι Πια ποθούν
να συμφιλιωθούν, κι όσα μοιραία
χάθηκαν ήδη, πάνε να τα βρουν
ακροπατώντας απαλά ( : το Ρόδο και η Ιδέα – )
Απόδοση στα ελληνικά:
Κώστας Κουτσουρέλης
Πρώτη δημοσίευση:
R. M. Rilke - L. Pritzel, Κούκλες,
Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης,
Περισπωμένη, Αθήνα 2012
Σάββατο 4 Ιουλίου 2015
Rainer Maria Rilke: Η ανησυχία
Φωνή πουλιού στο μαραμένο δάσος αγροικιέται
που φαίνεται παράλογη σ’αυτό το μαραμένο δάσος.
Κι όμως η στρογγυλή φωνή αυτή γαληνεύει
μέσα στο Διότι αυτό που εκείνη το’χει δημιουργήσει
φαρδύ, σαν ουρανό, πάνω απ’ το μαραμένο δάσος.
Όλα πειθήνια, την κραυγήν αδειάζουν. Σάμπως
ο τόπος όλος, άφωνος ν’ απλώνεται εντός της,
ο μέγας άνεμος μέσα της σα ν’αναδιπλώθη
κι η στιγμή, που ν’ απλωθεί πιο πέρα θέλει,
χλωμή ‘ναι κι ήρεμη σα να’χε πράγματα γνωρίσει
που, γι’αυτά, θα’πρεπε να πεθαίναμε όλοι, -
γιατί έχουν από μέσα μας αναπηδήσει.
RAINER-MARIA RILKE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Πηγή
Πέμπτη 16 Απριλίου 2015
RILKE – ΠΑΛΑΜΑΣ: ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ Ή ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ;
της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
Με χρονικό δείκτη 28.1.1924 έχει καταχωριστεί στο «Επίμετρο» της Ξανατονισμένης Μουσικής, δηλαδή, της συγκεντρωτικής παρουσίασης των μεταφράσεων του Κωστή Παλαμά, έτσι όπως αυτές συμπεριελήφθησαν στα Άπαντά του, η μετάφραση των εννέα πρώτων στίχων (έντεκα στο δικό του μεταφρασμένο κείμενο) από το «Βιβλίο τού Προσκυνήματος», δεύτερο από τα τρία συνολικά Μέρη τού Stundenbuch (το οποίο μεταφράστηκε ως Ωρολόγιον[1] από τον Άρη Δικταίο, αλλά είναι ευρύτερα γνωστό, και έτσι αναφέρεται και στη μετάφραση του Παλαμά[2], ως Βιβλίο των Ωρών) του RainerMariaRilke – αυτής της «εμβληματικής πνευματικής φυσιογνωμίας μιας διαχρονικής Μεσευρώπης των αρχών ενός τόσο πολύπλοκου και εύφορου αιώνα, η οποία ακόμα έχει μείνει αστάθμητη όσον αφορά την τόσο πλούσια πνευματική της προσφορά»[3].
Η πρώτη δημοσίευση, ωστόσο, του συγκεκριμένου μεταφράσματος συνδέεται με μια τραγική συγκυρία στην ζωή του Κωστή Παλαμά, καθώς γίνεται στην Νέα Εστία (τχ. 377, σ. 193) στις 15 Φεβρουαρίου1943, έξι ημέρες, δηλαδή, μετά τον θάνατο της συζύγου τού ποιητή και 12 μέρες πριν από τον δικό του θάνατο – ως μοιραία υπόμνηση, θα έλεγε κανείς (βάσει, βέβαια, της ερμηνευτικής απόδοσης διά χειρός Παλαμά), του έρωτα που ένωσε αυτούς τους δύο ανθρώπους στη ζωή και, τελικά, τους έφερε κοντά και στον θάνατο (οι γονείς του Κωστή Παλαμά, συμπτωματικά, είχαν επίσης πεθάνει πολύ σύντομα ο ένας μετά τον άλλον)[4]. Ας ακούσουμε το παλαμικό μετάφρασμα:
«Σβύσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,/ ταὐτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ./ Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθώ σ’ εσένα,/ και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ./ Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,/ σα να είταν χέρια, όμοια καλά,/ με την καρδιά./ Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ/ με το κεφάλι./ Κι αν κάμης το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ/ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι»[5].
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015
Rainer Maria Rilke: [Γιατί ήτανε άλλη η Φλωρεντία που είχε αποπλανήσει τον καθέναν τους ...]
Είχαν ξεχάσει ο ένας τον άλλον. Το μακρύ μονοπάτι που, ανάμεσα από ψηλές αναρριχώμενες τριανταφυλλιές, οδηγούσε σε μέρη απομακρυσμένα, τους έβγαλε απρόσμενα και ξαφνικά σ' ένα ψήλωμα, στο φως, κι έδειξε τους δυο νέους στη Φλωρεντία: πάρ' τους. Κι η πόλη από μάρμαρο πήρε το ΔΩΡΟ. Πήρε το αγόρι και πήρε την κοπέλα κι έτσι τους χώρισε. Γιατί ήτανε άλλη η Φλωρεντία που είχε αποπλανήσει τον καθέναν τους. Πατρίδα της Σιμονέτας ήταν η πόλη του Μπεάτο Αντζέλικο κι εκείνη, λευκοντυμένη κι άφοβη, τη διέσχιζε πηγαίνοντας στη Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε. Ο νεαρός άνδρας με το σκούρο, στενό πορφυρό ρούχο έμοιαζε με τα απόκρημνα κάστρα της πόλης και ψήλωνε μαζί με τους άγρυπνους πύργους τους. Τα χαρακτηριστικά του σταθεροποιήθηκαν, ωρίμασαν και τελειοποιήθηκαν σαν να τα σμίλευε σμίλη αόρατη. Κατόπτευσε τον Άρνο κατά μήκος κι αφουγκράστηκε με το βλέμμα καρφωμένο. Ύστερα είπε γεμάτος ένταση: «Κι ακόμα καπνίζει.»
Η Σιμονέτα επέστρεψε στο γνώριμο της δρομάκι προς την εκκλησία, κάλεσε με δυνατή φωνή, μπερδεύτηκε και δεν τον βρήκε αμέσως τον Τζουλιάνο, γιατί είχε γεράσει.
Εκείνος γέμισε ανυπομονησία και τέντωσε το χέρι, με δύναμη, σαν να 'θελε να εξακοντίσει βέλος από τόξο αόρατο: «Δεν το βλέπεις;»
Η κοπέλα τρόμαξε. Έστρεψε τα μάτια προς τα έξω, αβοήθητη, με βιάση, προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Ψάχνοντας γύριζαν με το βλέμμα γύρω γύρω στους θόλους και τις μετόπες, φτάνοντας μέχρι πέρα στα βουνά του Φιέζολε που ακόμα χρύσιζαν, γέμισαν έγνοια και φόβο, απόστασαν και γύρισαν πίσω. Το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων τους έμοιαζε με φτεροκόπημα.
Ο Τζουλιάνο ξύπνησε, είδε πόσο απαίσια είχε καταδιώξει τα έρημα τα μάτια της. Και μετανιώνοντας έγινε νέος, όσο πιο νέος γινόταν. Κι η αγαπημένη, που το ένιωσε, ψήλωσε, απλώθηκε σχεδόν μητρικά περιβάλλοντας τον.
Άδραξε ένα άγριο τριαντάφυλλο, το τράβηξε κοντά της δίχως να το κόψει και στο λευκό δοχείο που σχημάτιζαν τα πέταλα διάβασε τούτη τη σιγανή παράκληση: «Κάθε πληροφορία, να ξέρεις, για μένα είναι πολύτιμη. Τίποτε δεν μαθαίνω εδώ. Μα πες μου: τι εννοούσες; Δείξε μου τον καπνό που αντίκρισες. Βοήθα με να τον βρω και δίδαξε με τι σημαίνει.»
Κομπιάζοντας ο νεαρός της αφηγήθηκε: «Έγινε μια μεγάλη φωτιά στη Φλωρεντία. Ένας καλόγερος, μαύρος, διέσχιζε κάθε σοκάκι και δίδασκε: Μέσα σε καθετί που αγαπάτε πυρακτώνεται ο πειρασμός. Εγώ θα σας λυτρώσω από τη λάμψη.»
Τότε ακούστηκε ο Άρνος να φουσκώνει.
Ο Τζουλιάνο κοίταξε κατά το δειλινό. Όλα εκεί ήταν μεγαλείο και σπατάλη. Σαν ντροπιασμένος εξακολούθησε να μιλά, αργά και δισταχτικά.
«Φέρανε στον καλόγερο ό,τι αγαπούσαν: ένα μικρό ξίφος, ένα βιβλίο αγαπημένο, μια βενετσιάνικη ζωγραφιά, χρυσάφι, πετράδια, περιδέραια..., πολλές γυναίκες μετάξι και πορφύρα και τα ίδια τα μαλλιά τους, κι όλα γίνανε παρανάλωμα μες στα σκληρά του χέρια.» Η νεανική φωνή του αγρίεψε και έσβησε με τα λόγια: «και μετά τη φωτιά - καπνιά και στάχτη και φτώχεια.»
Με το κεφάλι κατεβασμένο ο νέος βάδισε πιο κάτω. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αναστολές του και να ομολογήσει πως είχε και ο ίδιος συνεισφέρει τα χρυσαφικά του για καυσόξυλα, δέκα μέρες νωρίτερα. Συνεσταλμένα βάδιζε αριστερά, στην άκρη του μονοπατιού. Στην άλλη άκρη, δεξιά, βάδιζε η Σιμονέτα. Ο δρόμος ήταν άδειος. Ο ήλιος έπεφτε πάνω του. Έγινε κάτι σαν ρεύμα ανάμεσα στους δυο τους. Το άκουγαν να κελαρύζει.
Ησυχία.
Ύστερα φώναξαν ο ένας τον άλλον. Βγαίνοντας ο καθένας τους από το φόβο και το μάγκωμα.
«Τζουλιάνο.»
Ησυχία.
«Σιμονέτα.»
Ησυχία. Το ρεύμα ολοένα και πλάταινε.
«Μη φοβάσαι», ήρθε από δεξιά η φωνή, από μακριά, απ' το βάθος.
Ησυχία. Μετά ακούστηκε απ' τ' αριστερά:
«Τι σκέφτεσαι;»
«Τότε λοιπόν είναι φτωχοί τώρα οι άνθρωποι;»
«Ναι»
Κι από δεξιά: «Κι ο Θεός;»...
Κάτι μέσα απ' τον νεαρό ακούστηκε να ουρλιάζει: «Ναι, κι ο Θεός.» Κοντοστάθηκε, τρέκλισε, ψηλάφησε κι ύστερα τα δυο κορμιά ένιωσαν το ένα το άλλο κι απόμειναν σφιχταγκαλιασμένα, καταμεσής του δρόμου, σαν ένας άνθρωπος. Κρατήσανε τα μάτια τους κλειστά. Ήταν ακόμα πολύ αδύναμοι για να υπάρξουν κάπου αλλού μαζί, εκτός από τούτη την κοινή ελάχιστη νύχτα.
Μετά σκέφτηκε η Σιμονέτα: Πώς είσαι, αγαπημένε;
Και θολά αναρωτήθηκε ο Τζουλιάνο: Πώς να ονομάσω την ομορφιά σου;
Λύπη τους κυρίευσε• γιατί κανένας απ' τους δυο τους δεν είχε εικόνα του άλλου.
Εντέλει σήκωσαν ταυτόχρονα το βλέμμα -ψηλά, σαν να 'τανε να βρει τον ουρανό.
Τότε όμως βρέθηκαν και χαμογέλασαν καθώς αναγνωρίστηκαν. Σαν να 'λεγαν ο ένας στον άλλον με δυνατή φωνή: Πόσο είσαι βαθύς.
Κι ύστερα δεν υπήρχε πια δρόμος ανάμεσα τους ούτε ρεύμα.
Τα πέρατα εξακολούθησαν να βυθίζονται ολοένα στο ημίφως και γύρω τους απόμεινε ξύπνιος τόσος μονάχα κόσμος όσον χρειαζόντουσαν για να νιώσουν προστατευμένοι και μόνοι.
Αργότερα, όταν η κοπέλα άρχισε σιγά σιγά να κουράζεται, είπε: «Άκου, σήμερα θέλω σε κάποιον να σε πάω αλλά δεν έχω πια μητέρα.»
Είχαν αρχίσει κιόλας ν' ανάβουνε τ' αστέρια κι ο αιθέρας τρεμούλιαζε με τη μικρή χαρμόσυνη εσπερινή καμπάνα της εκκλησίας του Σαν Νικολό.
Εκείνος τότε παρακάλεσε: «Οδήγησε με στον Θεό.»
Εκείνη προπορεύτηκε στο δρόμο για την πύλη Σαν Νικολό κι έμοιαζε στο πλάι του σαν φως στην ψυχρή σκιά που έπεφτε στα σοκάκια. Πιασμένοι χέρι χέρι, σάμπως να βρίσκονταν στην κεφαλή πομπής γιορταστικής ανέβηκαν τα σκαλοπάτια του μικρού ναού. Στο εσωτερικό γονάτισαν ώρα πολλή μονάχοι κάτω από τους Πάντες. Κι ήτανε τότε πολύ πλούσιος ο Θεός.
RAINER-MARIA RILKE : ΚΙΣΜΕΤ
Πηγή
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014
Jens Peter Jacobsen: Grækenland (Ελλάδα)
Grækenland
Marmoret er hvidt,
Men det lyser ikke.
Søjlerne er slanke,
Men de knejser ikke.
Kapitælernes frodige Pragt er svunden.
Akantusløvet har rullet sig sammen,
Er visnet og faldet,
Smuldrende blander det sit Støv med Plintens.
Og de gyldne Skaaler er tomme,
Deres Malm har intet Mæle.
Hebe har kun Taarer,
Bakkos har kun Vinløv,
Døsigt lege Pantrene med Thyrsen.
Af Ælde ryster Zeus'es lokketunge Hoved,
Poseidon fægter sælsomt i Luften med sin Trefork,
Og Phøbus ser bedrøvet efter Solen;
De ledige Hestes Hove
Trampe paa den strængløse Lyre.
Muserne slumre,
Gratierne er skilte.
Men Lauren har alle sine Blade.
Mellem de Søjler staar der en Laure
Stærkstammet, lavstammet, storkronet og bred.
Nedover Søjlerne, rodfæstet i dem,
Løbe de tornede Ranker,
Leger det flimrende Løv
Af den Plante, hvis purpurgyldne Roser
Alle Sydens Kvinder elske.
Mange Mænds Blikke vogte paa Rosen.
Mange Blomster bæ'r den,
Og højt er de baarne,
Dog før Dagen vel er kommen,
Er dens Blomsterrigdom delt.
Men Lauren har alle sine Blade.
***
Griechenland
Der Marmor ist weiss,
aber er leuchtet nicht.
Die Saeulen sind schlank,
aber sie ragen nicht.
Der Kapitaele ueppige Pracht ist dahin.
Des Akanthus Laub hat sich zusammengerollt,
ist welk und gefallen
und mischt, im Zerfalle, den seinen dem Staube der Plinthen.
Und die goldenen Schalen sind leer,
ihr Metall hat nicht Mund mehr.
Hebe hat Traenen nur,
Bacchus Weinlaub allein,
und es ist Schlaf in der Panther Spiel mit dem Thyrsus.
Zeus lockenlastendes Haupt schuettelt vor Alter,
wunderlich ficht in der Luft Poseidon umher
mit den Dreizack
und Phoebus sieht der Sonne nach in Betruebung.
Der ledigen Rosse Huf
zerstampft die entsaitete Leyer.
Die Musen schlummernd,
die Grazien fort.
Aber der Lorbeer hat alle seine Blaetter.
Zwischen den Saeulen steht da ein Lorbeer
starkstaemmig, kurzstaemmig, grosskronig, breit.
An den Saeulen hinab, verwurzelt in sie,
laufen die dornigen Ranken,
spielt das flimmernde Laub,
das der Pflanze gehoert, deren purpurgoldene Rosen
alle lieben die Frauen des Suedens.
Vieler Maenner Weg geht die Saeulen vorbei,
alle Maenner Blicke wachen ueber die Rose.
Viele Blueten traegt die
und hoch sind sie getragen,
doch ehe der Tag noch recht kommt,
ist ihr bluehender Reichtum verteilt.
Aber der Lorbeer hat alle seine Blaetter.
Aπόδοση στα γερμανικά:
Rainer Maria Rilke
***
Ελλάδα
Λευκό είναι το μάρμαρο,
αλλά δεν λάμπει.
Λεπτοί είναι οι κίονες,
δίχως να ξεχωρίζουν.
Μεγαλοπρέπεια ασυνήθιστη στα κιονόκρανα κατοικεί.
Διπλωμένα της ακάνθου τα φύλλα,
μαραίνονται και πέφτουν,
συντρίμμια ανάμικτα με τη σκόνη των πλίνθων.
Και τα χρυσά κύπελλα αδειάσανε,
στόμα δεν έχουν πια.
Δάκρυα στάζει η Ήβη,
έρημο κληματόφυλλο ο Βάκχος,
και νυσταγμένο του πάνθηρα το παιχνίδι με τον θύρσο.
Του Δία οι βόστρυχοι τινάζονται στον χρόνο,
την τρίαινα ο Ποσειδώνας υπέροχα κραδαίνει στον αέρα,
και ο Φοίβος θλιμμένα κοιτά κατά τον ήλιο.
Οι οπλές των λεύτερων αλόγων του
συντρίβουν την άχορδη λύρα.
Λαγοκοιμούνται οι Μούσες,
οι Χάριτες απούσες.
Αλλά η δάφνη έχει όλα της τα φύλλα.
Στους κίονες ανάμεσα ορθώνεται μια δάφνη
μικρόκορμη, γερή, πλατιά, στεφανωμένη.
Κάτω απ’ τους κίονες ριζωμένη
απλώνεται αγκαθωτή περικοκλάδα,
στη φυλλωσιά της τρεμοπαίζουν χρυσοπόρφυρα ρόδα
που τ’ αγαπούν οι γυναίκες του νότου.
Πολλών αντρών ο δρόμος προσπερνά τους κίονες,
προσηλωμένα τα βλέμματα όλων είναι στον ανθό.
Πλούσιος είναι
και περήφανα ανεμίζει,
μα όσο κυλά η μέρα,
το ανθισμένο βασίλειο σκορπίζει.
Αλλά η δάφνη έχει όλα της τα φύλλα.
Απόδοση στα ελληνικά:
Νίκος Βουτυρόπουλος
Πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





