Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ίων Δραγούμης: Στην Πόλη



Πρόλογος του Δ.Π. Ταγκόπουλου:
Δημοσιεύτηκε στα φύλλα 129 και 130 του «Νουμά» (Γεννάρης του 1905) στην επιφυλλίδα, με την υπογραφή «Τοξότης», μια υπογραφή που την έβαλε, εκεί, στο γραφείο μου, χαμογελώντας, γιατί, μου είπε, γεννήθηκε στο μήνα που ο Ήλιος είναι στον Τοξότη. Είναι το πρώτο άρθρο του που δημοσίεψε στο «Νουμά», και στο άρθρο του αυτό μέσα βρίσκεται ολόκληρος ο Ίδας. Το άρθρο του αυτό, όπως έγραψα αλλού (ΙΔΑΣ, έκδοση Γραμμάτων, 1916) είναι «το προσκέδιο, το πρόγραμμα, το πρώτο κύτταρο της κατοπινής του εργασίας. Ακόμα κι ολόκληρος ο ανθρώπινος χαραχτήρας του, όλος ο εσωτερικός ο άνθρωπος, βρίσκεται σ' αυτό. Στον παράγραφο που αρχίζει: «Ένα πρωί στο δρόμο, είδα την κόρη της Ιωνίας, τη μαυροφόρα...», εξόν που μας πρωτοπαρουσιάζει την ασύγκριτη κόρη, που θα μας χαρίσει το κεφάλαιο «Αγνή» στο «Ηρώων και Μαρτύρων αίμα», μας δείχνει, μας αποκαλύπτει, και τον εαυτό του. Στο άρθρο αυτό, που περίληψή του βρίσκεται στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ίδα: «ΟΣΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ», είχα διαπράξει τότε, που τόβαλα στο «Νουμά», και μιαν ασέβεια. Είχα αφαιρέσει ολάκερο κεφάλαιο, που περίγραφε σ' αυτό με ζωντάνια και με πρωτοτυπία, το Προσκύνημα του Χαμίτ, «όχι γιατί δε μου άρεσε («ΙΔΑΣ», σελ. 5) μα γιατί τότε κάτι Τουρκομερίτες αναγνώστες του φύλλου μου γράφανε και μου ξαναγράφανε ξορκίζοντας με να μην τυπώνω λέξη για το Σουλτάνο, μήπως και παραπέσει κανένα φύλλο και τους πάρω έτσι στο λαιμό μου».

***

ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ από την Αθήνα για την Πόλη ένας ποιητής, θα ένοιωθε γονιμότητα· σαν από βρύσες κρυφές θα ανάβρυζαν μέσα του παλιές ιστορίες, και λέξεις «θα μουρμούριζαν διαβαίνοντας. Η γνώση πως ταξιδεύει κατά την Ανατολή, θα του έλεγε λόγια χρυσά και παραμύθια. Εγώ είμαι γυμνός από αντιλαλιές, ξερός από αναβρυστικά νερά, και άδειος, και άγονος. Εγώ βλέπω πως όταν ο ήλιος πέφτει κατεπάνω τους, τα νησιά και η Αττική είναι τριανταφυλλιά και η θάλασσα πολύ βαθειά χρωματισμένη.
Έκαναν δαντέλες τα κύματα που έσπαναν επάνω στα πλευρά του πλοίου. κ' έπειτα οι δαντέλλες, ανοίγονταν, γίνουνταν ανθρωπάκια που βαστιούνταν από τα χέρια τους ανάλαφρα και χόρευαν τρελλούς χορούς. Και χάνουνταν έπειτα και γίνουνταν άλλοι, και πάλι χάνουνταν. Όταν σήκωσα το κεφάλι, ο ήλιος, σφαίρα ολόπυρη, κατρακυλούσε επάνω στον ορίζοντα της θάλασσας της σκοτεινής. Άμα τον αντίκρυσα, στάθηκε· φώτιζε χαϊδευτικά τα νερά που κουνούσαν, και τα περνούσε με στενώτατα φύλλα χάλκινα, και αγάλι βούλιαζε από το πολύ βάρος.
Μια μέρα ύστερα είμαι στην Ιωνία, κ' επειδή ήταν άλλοτε λεπτός και πλούσιος ο πολιτισμός της, το όνομά της έχει μάγια. Εκείνη την ημέρα μόνο η Ιωνία υπάρχει στον κόσμο, τα νησιά της, τα βουνά της, και η θάλασσά της. Περνώ από τη Λέσβο τη νύχτα, το φεγγάρι φέγγει στα νερά και τη Σαπφώ μου φαίνεται πως την ακούω. Στην Πόλη που πηγαίνω, είναι μια κόρη νόστιμη και λιγερή, που είναι από τα νησιά της Ιωνίας και τη λένε Σαπφώ.
Όταν περνούσα τον Ελλήσποντο, τα ξημερώματα, ο νους μου στενοχωρημένος, σα φυλακισμένος, χτυπούσε παντού. Έλληνες ελεεινοί, σας σιχαίνουμαι!
Μπαίνω στην Πόλη με ρωσικό πλοίο. Με τι άλλο πλοίο μπορούσα να μπαίνω στην Πόλη, για να νοιώσω τελειότερα το ταπείνωμά μου; Στην πρώρη είναι ο δικέφαλος αητός, ο ρωσικός· το πλοίο είναι φορτωμένο Ρώσους στρατιώτες και πεζοναύτες Ρώσους που γυρίζουν, φαίνεται, από την Ιαπωνία στην Οδέσσα. Τα χώματα αυτά και τα δέντρα της Θράκης θέλουν να τα βιάσουν σλαυικοί τράγοι, και τα λερώνουν οι αβάσταχτοι πόθοι τους. Ποιος θα τα φυλάξει; Έλληνες ελεεινοί, μήπως θα τα φυλάξετε σεις; Χωρίς πίστη, ακούω και μουρμουρίζει στ' αυτί μου μια φωνή: «Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δική μας θάναι»

Κάρολος Κουν: Αισχύλου Πέρσαι



«Αναρωτιέμαι πώς κάποιοι ήθελαν να ασχολούμαι με την ποίηση αλλά όχι εξομολογούμενος...»



Κώστας Λειβαδάς: Από την άλλη αυτό που βρίσκω ακαταμάχητο στην ποίησή σας και σας διακρίνει ιδιαίτερα είναι αυτή η ανθρώπινη, φωτεινή εν τέλει, επικράτηση, η λύτρωση της εξομολόγησης, που σε άλλη σπουδαία, βαθειά ποίηση συχνά δε γινόμαστε κοινωνοί της.

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Δεν αποκλείεται. Γιατί εγώ βέβαια  - και σ' αυτό τώρα απαντώ σε μια ποιήτρια η οποία μου έστειλε την ποιητική της συλλογή - θα σου πω το εξής: Στο πρώτο της ποίημα είχε έναν στίχο: “πρέπει να αποφεύγω να μιλώ για τα μεγάλα μου μυστικά”, λέει ο στίχος. Και της απαντώ: “Μα η ποίηση είναι ακριβώς το αντίθετο πράγμα: Να μιλάς για τα μεγάλα σου μυστικά. Αυτός είναι ο χώρος που σε βοηθάει να μιλήσεις γι' αυτά. Που αλλού θα μιλήσεις; Στα σαλόνια; Θέλω να σου πω αυτό το πράγμα: Αυτά που μου ζητάς, τα πιο πόλλα, δεν τα ξέρω. Αλλά είτε τα ξέρω, είτε δεν τα ξέρω, εκείνο που ενδιαφέρει είναι, για μένα τουλάχιστον, όχι απλώς η αλήθεια – αυτό από μόνο του δε μου λέει τίποτα – το “λέω απλά την αλήθεια” αλλά η εξομολόγηση. Η εξομολόγηση, στην κυριολεξία, έχει σημασία. Διότι η εξομολόγηση, καλώς ή κακώς, έχει σχέση με την ποίηση και αναρωτιέμαι πώς κάποιοι ήθελαν να ασχολούμαι με την ποίηση αλλά όχι εξομολογούμενος.


Πηγή

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής: Του Κουτρούλη ο γάμος





Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Γιώργος Θεοτοκάς: Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας



Κώστας Καρυωτάκης: Φυγή



Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.

Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.

ΙΙ
Εἶμαι ὁ Φαίδων ριγμένος στὴ λάσπη. Θαυμαστὸ βιβλίο, ποὺ οἱ ἔννοιές του δὲ θὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

ΙΙΙ
Στὸ χυδαῖο αὐτὸ καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινὴ πορφύρα, στέμμα ἀπὸ καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, ὕψωσα ἕνα σκῆπτρο πάνω ἀπὸ τὰ πλήθη, κ᾿ ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τὴ συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα σὰν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ἢ ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τὰ σύννεφα καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μὲ τοὺς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοὶ τῶν ἄλλων. Κ᾿ ἤμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σὰν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἐσωτερική μου φωνή.

ΙV
Καὶ τώρα ἔχασα τὴν ἤρεμο ἐνατένιση. Ποῦ ν᾿ ἀφήσω τὸ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μου; Δὲν μπορῶ νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τοὺς κήπους. Τὰ βουνὰ μὲ ταπεινώνουν. Γιὰ νὰ δώσω τροφὴ στοὺς λογισμούς μου, παίρνω τὸ μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυὸ φορὲς δὲ θὰ ἰδῶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Οἱ χωρικοὶ ποὺ στέκονται ἀπορημένοι, ἔχουν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ὑγεία. Τὰ σπίτια τους εἶναι παλάτια παραμυθιοῦ. Οἱ κατσίκες τους δὲ μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπῶ τὸ πόδι καὶ φεύγω. Περπατῶ ὁλόκληρες μέρες. Ποῦ πηγαίνω; Ὅταν γυρίσω τὸ κεφάλι, ξέρω πὼς θ᾿ ἀντικρίσω τὸ φάσμα τοῦ ἑαυτοῦ μου.



John Millington Synge: Το λεβεντόπαιδο της Ιρλανδίας



Γιάννης Τσαρούχης




Απόσπασμα ραδιοφωνικής συνέντευξης της Μελισσάνθης


Ντῖνος Χριστιανόπουλος: Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι



μπατιρημένο κουρεῖο
Σάββατο βράδυ
χωρὶς δουλειὰ
μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα

τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ

τὸ γατί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
θέλει καὶ φαΐ
τὸ κορμί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
θέλει καὶ χάδια

ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἑξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
μὲ γέλασες
μὲ γέρασες

μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας

κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος

ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;

ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου

θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν

Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία

τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς

«ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους

ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα

καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος

μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο

ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;

γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ




Τάσος Λειβαδίτης: 25η ραψωδία της Οδύσσειας (αποσπάσματα)



[...]

Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφωσύνη
και τα ποιήματα.

[...]

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μυρηκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

[...]


25η ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ (1957)


Πηγή

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἡ Φαρμακολύτρια



“… Τὴν νύκτα ἐκείνην εἶχον ἀναβῆ καὶ πάλιν εἰς τὸ βουνὸν διὰ νὰ συναντήσω τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν. Τὴν ἀλήθειαν νὰ εἴπω, δὲν ἤξευρα μετὰ βεβαιότητος ὅτι ἔμελλον νὰ τὴν συναντήσω, ἀλλ᾽ ἠλαυνόμην ἀπὸ τὸ πάθος, ἔφερα τὰ βήματά μου εἰς προσκύνησιν, καὶ ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀναζωπυρήσω ἀρχαίας ἀναμνήσεις.
Ἦτον ἡ τελευταία φορὰ ὁποὺ θὰ ἔβλεπα εἰς τὰ ἐρημικὰ ἐκεῖνα μέρη τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν. Τὴν πρώτην φοράν, πρὸ ἐτῶν εἴκοσι, τὴν εἶχα συναντήσει εἰς τὸ βάθος δρυμῶνος, πλησίον ἀρχαίου παμμεγέθους σηκοῦ ἢ τεμένους ἐκ γιγαντιαίων μαρμάρων, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἦτο ναὸς τῶν θεῶν, τῆς πρὸ τοῦ Προμηθέως ἐποχῆς. Σύρριζα εἰς τὸ παράδοξον ἐκεῖνο κτίριον, τὸ προβάλλον ὡς πρόσωπον Σφιγγὸς τὴν πρόσοψίν του τὴν γριφώδη, ἦτο ἓν μεταγενέστερον πενιχρὸν παρεκκλήσιον, τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἐκεῖ εἶχα συναντήσει πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου εἶχεν ὑπάγει ὁμοῦ μὲ ἕνα παπάν, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναΐσκον. Εἶτα ἀφοῦ ἀπέλυσεν ἡ λειτουργία, ὁ παπὰς ἔπιε τὸν καφὲν καὶ τὴν ρακήν του, ἔξωθεν ἀκριβῶς τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ ὕπαιθρον, πλησίον τῆς φωτιᾶς τῆς ἀναμμένης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ θυμιατηρίου, καὶ διὰ τὸ ζέον, ἀπεχαιρέτισε τὴν γυναῖκα καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα ἔμεινε, μαζὶ μὲ τὴν μικρὰν ἑπταετῆ παιδίσκην της, καὶ μὲ δύο ἄλλας γυναῖκας, γειτόνισσές της, αἱ ὁποῖαι τὴν εἶχον συνοδεύσει εἰς τὴν ἐκδρομήν. Αὗται περιήρχοντο εἰς τοὺς λοφίσκους καὶ εἰς τὰ ρεύματα, εἰς τὰ πέριξ τοῦ ναοῦ, συλλέγουσαι ἀγριολάχανα καὶ μανιτάρια. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ἰδοὺ τί ἔκαμεν.

Γρηγόριος Ξενόπουλος: Το μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας



Ντῖνος Χριστιανόπουλος: Ὅταν σὲ περιμένω



Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.


***


Το παραπάνω ποίημα έχει μελοποιηθεί από το Σταύρο Κουγιουμτζή (Όταν σε περιμένω, 1979) κι ερμηνευθεί απ' τη Βίκυ Μοσχολιού:



Σωτήρης Πατατζής: Δον Καμίλο



Λορέντζος Μαβίλης: Ποίησις



Στην μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
Την κεφαλή του προς τα σύγνεφα και αφήνει
Τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
Και τα μαρμάρινα τα στήθη του να πλύνει,

Εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
Ενώ μεσουρανείς φιλέρημη σελήνη
Ασημοϋφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
Εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

Αυτού η καρδιά μ' απ' τη χαρά της ξεχειλίζει,
Όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
Των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
Αιθέρια μούσα μ' όλα τ' ουρανού τα κάλλη,
Θαρρώ πως αγρικώ της λύρας της τους ήχους.


Πηγή

Διονύσης Σαββόπουλος: Κωλοέλληνες



Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
1η εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος & Ελευθερία Αρβανιτάκη
Δίσκος: Το κούρεμα (1989)


Μελαμψές φυλές,
κοντοπόδαρες
Σειλινοί του κράτους
που ξερνάει και να 'τους,
τσιφτετέλληνες
Με γονείς ληστές
Των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
Κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό,
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ' ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Μασκαρλίκια δες
στο Άλφα της Αξίας
της Αρχής της Μίας,
λουτροκαμπινές.
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
Με αγγλικές αλφαβήτες,
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες,
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο,
Ελλαδίτικο
σε μικρά Ασία,
Κύπρο, Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
Στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι,
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,
τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό
Πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα,
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς -
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές,
μακρυχέρηδες,
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο,
αχ!, οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη,
στην οθόνη σκυμμένοι,
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
Στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ' τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις,
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες,
στους Πανέλληνες...

Κώστας Καρυωτάκης: Πελ Μελ (VIII)



VIII.

Τα παλιά μας τραγούδια, Πατρίδα,
δε θ' ακούσεις αυτή τη φορά·
μακρινής τώρα δόξας η αχτίδα
των παιδιών σου δεν είν' η χαρά.

Οι προγόνοι μας ήσαν μεγάλοι,
μα κι αντάξιοι τους είμαστ' εμείς,
των Ελλήνων η αλκή βρήκε πάλι
τα φτερά κάποιας νέας ορμής.

Και γεμίζει, Πατρίδα, τα στήθια
σαν υπόσχεση μια ευχή,
όσα ονείρατα γίναν αλήθεια
του θριάμβου σου να 'ν' η πηγή.

Δέκα χρόνια σωστά πολεμούμε
σε πελάγη, στεριές και βουνά,
από νίκη σε νίκη πετούμε,
από νίκη σε νίκη ξανά.

Τώρα πάλι εκεί στην Ασία
ο Τρανός Βασιλιάς οδηγεί
τους ανδρείους μας στην ελευθερία
που χαρίσαν στη σκλάβα τη γη.

Και με τον Κωνσταντίνο, με μια ελπίδα,
με μια σκέψη, με μια καρδιά,
να κινήσουμε, ναι, για την Πατρίδα
και να μπούμε στην Άγια Σοφιά.

Moliere: Ο Αρχοντοχωριάτης



Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Το Απολυτίκιο του Αγίου Σπυρίδωνος Επισκόπου Τριμυθούντος του Θαυματουργού


Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Κέρκυρας (πόλεως)

Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Κέρκυρας (πόλεως)

Ἦχος α΄
Τοῦ λίθου σφραγισθέντος

Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων Πατὴρ ἡμῶν· διὸ νεκρᾷ σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργούντάς σοι Ἱερώτατε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.



Πηγή

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης: Το Μονόγραμμα (III)



                                           III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.


ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)


***


Το παραπάνω απόσπασμα (όπως και ολόκληρο το "Μονόγραμμα") έχει μελοποιηθεί από το Γιάννη Ζουγανέλη. Ερμηνεύουν Ισιδώρα Σιδέρη και Γιάννης Ζουγανέλης:



Αἰσχύλος: Παιᾶν Σαλαμινομάχων



Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων:
νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.


***


Ω παιδιά των Ελλήνων, εμπρός!,
λευτερώστε την πατρίδα, λευτερώστε
τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τους βωμούς των θεών των πατέρων σας,
τους τάφους των προγόνων σας·
τώρα είν' ο αγώνας για όλα


Απόδοση στα νέα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Η αγόρευση του Λορέντζου Μαβίλη στη Βουλή για το γλωσσικό ζήτημα



Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξαιτοῦµαι τὴν ἐπιείκειάν σας διὰ τὴν ῥητορικὴν ἀνεπάρκειαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρατηρήσετε εἰς τὸν λόγον µου. Τὰς γνώµας µου ὄµως παρακαλῶ νὰ ἐπικρίνετε µεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος· ἀρκεῖ ἡ ἐπίκρισις νὰ εἶναι ἰσόρροπος, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν φράσιν.
Εἶµαι, Κύριοι, κατὰ τῆς παραδοχῆς τῶν δύο προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ εἰσαγωγῆς ἄρθρων εἰς τὸ Σύνταγµα πρὸς περιφρούρησιν δῆθεν τῆς κινδυνευούσης γλώσσης, τῆς Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός, τῆς Πολιτείας ἀφ’ ἑτέρου· ἐνόµιζον µάλιστα, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθῇ δι’ ἀναστάσεως, ὅπως προβλέπει ὁ Κανονισµός, ὡς ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις αὕτη. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι ἤθελον ἐγὼ ν’ ἀποφύγω τοιαύτην συζήτησιν. Εἶµαι µαθητὴς καὶ ὑπῆρξα ἐπὶ πολλὰ ἔτη φίλος τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ, τοῦ ἑπτάκις ἐκλεγέντος βουλευτοῦ Κερκύρας, ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῶν ὑποστηριξάντων τὸν πρῶτον Τρικούπην καὶ ἐγκαταλείψαντος αὐτόν, ὅταν µετέβαλε γνώµας, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη ποτὲ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἤθελεν ἴσως νὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰς θέσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συµβιβασµὸν µὲ τὴν συνείδησίν του, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ αὐτὸς ἄκρος φίλος καὶ µαθητὴς τοῦ ∆ιονυσίου Σολωµοῦ, τοῦ ποιητοῦ τοῦ ἐθνικοῦ ὕµνου. Ἀνήκω λοιπὸν εἰς τὴν σχολὴν ἐκείνην καὶ ὄχι εἰς τὰς µετέπειτα ἀναφανείσας, σήµερον δέ, ὁπότε τὸ ζήτηµα τίθεται εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι ἐπισείονται φόβητρα ἐρυθρά, ἂν θέλετε, κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Σολωµοῦ, χρέος τιµῆς θεωρῶ νὰ κατέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν καλὸν ἀγῶνα καὶ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήµατος τούτου, πρὸς ὃ ἀτενίζει ὁ Ἑλληνισµὸς ὁλόκληρος, καὶ εἶµαι εὐτυχής, ὅτι δύναµαι νὰ τὸ πράξω, ὅτι εἶµαι δηµοτικιστής.

Γιάννης Μόραλης



Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης: Mozart: Romance



Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν

Γάγγη κρυφέ της νύχτας πού με παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μες στο ασήμι να τρέχουν να τρέχουν
Και δε ζω και δεν έχω πεθάνει

Ούτε ο έρωτας ούτε κι η δόξα
Ούτε τ' όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει.


ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ (1974)


***


Η σύνθεση του Μότσαρτ η οποία ενέπνευσε τον Οδυσσέα Ελύτη: